pile

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpaɪl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/paɪl/ ,USA pronunciation: respelling(pīl)

Inflections of 'pile' (v): (⇒ conjugate)
piles
v 3rd person singular
piling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
piled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
piled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: pile, piled
Ο όρος 'pile' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'piled'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'pile' is an alternate term for 'piled'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heap)σωρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  στοίβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μτφ, καθομιλουμένη)βουνό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Teenagers often have a pile of dirty clothes on their bedroom floors.
 Οι έφηβοι συχνά έχουν μια στοίβα βρώμικα ρούχα στο πάτωμα του υπνοδωματίου τους.
a pile of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative, often plural (large amount) (καθομ, μεταφορικά)ένας σωρός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Irene couldn't go out as she had a pile of work to do.
 Η Αϊρίν δεν μπορούσε να βγει καθώς είχε ένα σωρό δουλειά να κάνει.
a pile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (money: large amount) (μεταφορικά)μια περιουσία άρθ αόρ + ουσ θηλ
  περιουσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Michelle made a pile on the stock market.
 Η Μισέλ έβγαλε μια περιουσία στο χρηματιστήριο.
 Η Μισέλ έκανε περιουσία στο χρηματιστήριο.
pile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (carpet thickness)πέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This carpet has a lovely thick pile.
 Αυτή η μοκέτα έχει υπέροχο χοντρό πέλος.
piles nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." informal (hemorrhoids)αιμορροΐδες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (ανεπίσημο, σπάνιο)ζοχάδες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Josh is going to see the doctor about his piles.
 Ο Τζος θα πάει να δει τον γιατρό για τις αιμορροΐδες του.
pile [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make into a pile, stack)στοιβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σωριάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φτιάχνω μια στοίβα από κτ, φτιάχνω ένα σωρό από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μτφ, καθομιλουμένη)κάνω ένα βουναλάκι από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Steve piled the food on the plate.
 Ο Στην έκανε ένα βουναλάκι από φαγητό στο πιάτο του.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (construction)πυλώνας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
piled,
-piled,
pile,
-pile
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(textile: wooly, hairy) (ύφασμα)με μαλλιαρή ή μάλλινη υφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Often used in combination: e.g., deep-piled
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
pile | piled
ΑγγλικάΕλληνικά
pile in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (crowd inside: a vehicle)στριμώχνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The taxi pulled up outside the house and we all piled in.
pile on the [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative, informal (work, etc.: impose)συσσωρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  μαζεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
pile on vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative, informal (join in: with criticism, etc.)συμμετέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
pile up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (accumulate)στοιβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 While his wife was gone, Sam let the dishes pile up in the sink.
 Όσο έλειπε η γυναίκα του, ο Σαμ άφησε τα πιάτα να στοιβαχτούν στο νεροχύτη.
pile [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (place on top of one another)στοιβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The toddler piled up the blocks.
 Το μικρό παιδί στοίβαξε τα τουβλάκια.
pile [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." informal, figurative (accumulate)μαζεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συσσωρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
pile | piled
ΑγγλικάΕλληνικά
nuclear reactor,
nuclear pile
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(device that generates atomic energy)πυρηνικός αντιδραστήρας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
pile driver,
piledriver
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(machine that sets piles)μηχανή τοποθέτησης πασσάλων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (ζαργκόν)πασσαλομπήκτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The workmen drove the pole into the ground using a pile driver.
pile into [sth] vi + prep (crowd inside: a vehicle)στριμώχνομαι μέσα σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The seven of us piled into her little car and off we went.
pile [sth] on,
pile on [sth]
vtr + prep
(heap)στοιβάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Robert piled some more coal on the fire.
 Ο Ρόμπερτ στοίβαξε κι άλλο κάρβουνο στη φωτιά.
pile on the [sth] vtr + prep figurative, informal (guilt, pressure: inflict)δημιουργώ κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  κάνω κπ να νιώσει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γεμίζω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
 My grandmother really knows how to pile on the guilt; if I don't go to see her for a few days, she makes me feel terrible.
pile [sth] on [sb] vtr + prep figurative, informal (work, etc.: impose on)φορτώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  φορτώνω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
pile-on nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (concerted attack, criticism)επίθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κατακραυγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)κράξιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
pileup,
pile-up
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (crash involving many vehicles) (καθομιλουμένη)καραμπόλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Traffic was stopped because of the pileup on the highway.
pileup,
pile-up
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (accumulation) (καθομιλουμένη)σωρός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  στοίβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Bob felt overwhelmed by the pileup of documents on his desk.
shag,
shag pile
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
(carpet: with long pile)με μακρύ πέλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά: πιο γενικό)παχύς επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There was a shag carpet in the middle of the floor.
sheet pile,
sheath pile
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(civil engineering)πασσαλοσανίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
wood pile nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heap of logs)στοίβα από ξύλα, σωρός από ξύλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pile' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [rake, jump in] a pile of leaves, a pile of [dirt, dirty clothes], have a pile of paperwork to [do, get through], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pile στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pile'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης