piglet

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɪglət/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpɪglɪt/ ,USA pronunciation: respelling(piglit)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
piglet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (young pig)γουρουνάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The mother pig gave birth to six piglets.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'piglet' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση piglet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'piglet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης