pied

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/paɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/paɪd/ ,USA pronunciation: respelling(pīd)

From the verb pi: (⇒ conjugate)
pied is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: pied, pi, pie

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pied adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (having two or more colors)πολύχρωμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ελαφρώς αποδοκιμαστικό)παρδαλός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pied adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (printer's type: jumbled)ανακατεμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The printer spent hours resetting the pied type.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pi nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematics: 3.14)πι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Pi is a long series of numbers usually rounded to 3.14.
pi nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Greek letter)πι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Pi is the sixteenth letter of the Greek alphabet.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: savory pastry)πίτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  -πιτα επίθημα
  (χωρίς επικάλυψη ζύμης)τάρτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I would like pie, mashed potatoes, and vegetables.
 Θα ήθελα πίτα, πουρέ και λαχανικά.
pie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food: sweet-filled pastry)πίτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  -πιτα επίθημα
  (χωρίς επικάλυψη ζύμης)τάρτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Would you like ice cream with your apple pie?
 Θα ήθελες λίγο παγωτό με τη μηλόπιτά σου;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
pied | pi | pie
ΑγγλικάΕλληνικά
Pied Piper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fairy tale) (ήρωας παραμυθιού)ο Αυλητής του Χαμελίν φρ ως ουσ αρσ κύρ
Pied Piper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sb] who gains a following) (μεταφορικά)γητευτής, γητεύτρα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
pied-à-terre nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. French (second home for part-time use)δευτερεύουσα κατοικία επίθ + ουσ θηλ
  δεύτερο σπίτι επίθ + ουσ ουδ
  σπίτι όπου μένω περιστασιακά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pied στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pied'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης