picnic

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɪknɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpɪknɪk/ ,USA pronunciation: respelling(piknik)

Inflections of 'picnic' (v): (⇒ conjugate)
picnics
v 3rd person singular
picnicking
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
picnicked
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
picnicked
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
picnic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outdoor meal, party)πικνίκ, πικ νικ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 It's a lovely sunny day, so we're going to have a picnic.
picnic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food to be eaten outdoors)κολατσιό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  φαγητό για πικνίκ, φαγητό για πικ νικ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Bob packed a picnic and set off on a hike.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
picnic nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (something easy) (μεταφορικά)περίπατος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεταφορικά)παιχνίδι, παιχνιδάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Commonly used in the negative and where there is doubt.
 That job was no picnic; I almost gave up halfway through. You were mistaken if you thought running a marathon would be a picnic.
picnic viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (eat outdoors)κάνω πικνίκ, κάνω πικ νικ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Paul and Zoe are picnicking in the park.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
picnic area nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (designated zone for eating outdoors)χώρος για πικ νικ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The picnic area at this amusement park is kept very clean.
picnic area nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spot popular for eating outdoors)χώρος αναψυχής φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  χώρος για πικ νικ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
picnic basket nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woven container for carrying food outdoors)καλάθι πικ νικ φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  καλάθι για πικ νικ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Picnic baskets have flaps woven into them to keep bugs out of the food inside.
picnic table nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (table-and-bench structure used outdoors)τραπέζι για πίκνικ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: πίκνικ: ξενικό, άκλιτο
 The park has picnic tables and a play area.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'picnic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: sit at a picnic table, [spread out, sit on] a picnic blanket, open (up) a picnic [basket, hamper], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση picnic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'picnic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης