pewter

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpjuːtər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpjutɚ/ ,USA pronunciation: respelling(pyo̅o̅tər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pewter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (metal: tin alloy)πιούτερ ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The antique shop had several interesting items in pewter.
 Η αντικερί είχε αρκετά ενδιαφέροντα αντικείμενα από πιούτερ.
pewter adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (object: made of pewter)από πιούτερ φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 How much would this pewter vase be worth at auction?
 Πόσο θα κόστιζε αυτό το βάζο από πιούτερ σε δημοπρασία;
pewter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (objects made of pewter)αντικείμενα από πιούτερ φρ ως ουσ ουδ πλ
 I collected pewter for a while, then I switched to glass.
 Έκανα συλλογή αντικειμένων από πιούτερ για κάποιο διάστημα. Μετά προτίμησα τα γυάλινα αντικείμενα.
pewter adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (silver-grey in colour)γκρίζος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  γκρι επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  που ασημίζει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 It's become trendy for young women have pewter hair, making them look older than they really are.
pewter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (silver-grey colour)ασημί, γκρίζο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  γκρι ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Do you have this blouse in a more lively color or just this boring pewter?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pewter' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pewter στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pewter'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης