persistent

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/pərˈsɪstənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/pɚˈsɪstənt/ ,USA pronunciation: respelling(pər sistənt, -zis-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
persistent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: tenacious) (χαρακτήρας)επίμονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ανυποχώρητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  πεισματικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I don't like salesmen who are too persistent.
 Δε μου αρέσουν οι πωλητές που είναι υπερβολικά επίμονοι.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η πολιτικός ήταν ανυποχώρητη στο θέμα της μεταναστευτικής πολιτικής.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Συμπεριφέρθηκε με πολύ πεισματικό τρόπο κι έλεγε συνέχεια όχι.
persistent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (constant, repeated)επίμονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  συνεχής, διαρκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εμμένων επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She complained of her ex-husband's persistent phone calls.
 Παραπονέθηκε για τα επίμονα τηλεφωνήματα του πρώην συζύγου της.
 Παραπονέθηκε για τα συνεχή (or: διαρκή) τηλεφωνήματα του πρώην συζύγου της.
persistent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lasting, enduring)επίμονος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  συνεχής, διαρκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Persistent rain has left the ground saturated.
 Η επίμονη βροχή έχει διαποτίσει το χώμα.
 Η συνεχής (or: διαρκής) βροχή έχει διαποτίσει το χώμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'persistent' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a persistent [lack, shortage, shortfall] (of), is a persistent [problem, concern, worry], persistent [showers, rain] in, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση persistent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'persistent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης