Σε αυτή τη σελίδα: perishing, perish

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
perishing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, informal (weather: very cold)πολύ κρύος επίρ + επίθ
  (καθομιλουμένη: κάνει)ψοφόκρυο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
perishing adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, informal, dated (intensifier for [sth] annoying) (καθομιλουμένη)σκασμένος, αναθεματισμένος, διαβολεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
perish viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (die)πεθαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Several passengers perished when the ferry sank.
perish viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (food, material: rot, biodegrade) (λόγιος)είμαι αναλώσιμος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι φθαρτός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The yogurt smells funny, so it has probably perished.
perish viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (hopes, etc.: disappear)χάνομαι, αφανίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  καταστρέφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση perishing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'perishing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης