peripheral

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/pəˈrɪfərəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/pəˈrɪfərəl/ ,USA pronunciation: respelling(pə rifər əl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peripheral adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (on the outskirts, edges)περιφερειακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Housing is considerably cheaper in peripheral districts.
 Η στέγη είναι σημαντικά φθηνότερη σε περιφερειακές περιοχές.
peripheral adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to periphery of vision)περιφερειακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Every year I seem to lose more peripheral vision.
 Φαίνεται ότι κάθε χρόνο χάνω όλο και περισσότερο την περιφερειακή μου όραση.
peripheral adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (issue: not central) (επίσημο)επουσιώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I'd rather not spend any time on such a peripheral question.
 Θα προτιμούσα να μην ξοδέψω τον χρόνο μου σε μια τόσο επουσιώδη ερώτηση.
peripheral nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computing: attached device) (Η/Υ: συσκευή)περιφερειακή συσκευή επίθ + ουσ θηλ
 How many peripherals are attached to your computer?
 Πόσες περιφερειακές συσκευές συνδέονται με τον υπολογιστή σου;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
peripheral device nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (external device connected to a computer) (Η/Υ)εξωτερικό τερματικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Dan upgraded his peripheral devices to wireless so now there are fewer cables around his computer.
peripheral nervous system (anatomy)περιφερικό νευρικό σύστημα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
peripheral vision nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (edges of one's sight)περιφερική όραση επίθ + ουσ θηλ
 My peripheral vision is much better with contact lenses than with glasses.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'peripheral' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση peripheral στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'peripheral'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης