periodic

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌpɪəriˈɒdɪk/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌpɪriˈɑdɪk/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pēr′ē odik; Chem. pûr′ī odik)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
periodic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (recurring regularly)περιοδικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The dentist recommends periodic cleanings.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
periodic check-ups nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (regular medical exams) (καθομιλουμένη)περιοδικά τσεκ-απ επίθ + ουσ ουδ
  περιοδικοί ιατρικοί έλεγχοι φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  περιοδικές εξετάσεις επίθ + ουσ θηλ
periodic table nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chart of the chemical elements)περιοδικός πίνακας χημικών στοιχείων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The noble gases are in the last column of the periodic table.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'periodic' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση periodic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'periodic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης