Σε αυτή τη σελίδα: peeled, peel

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peeled adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (with peel removed)ξεφλουδισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 A peeled orange sat in the centre of the table.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (skin of fruit, vegetable)φλούδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  φλούδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  φλοίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is an old superstition that if you throw the unbroken peel of an apple over your shoulder, it will show the initial of the person you are going to marry. You can't eat banana peel.
 Υπάρχει μια παλιά προκατάληψη που λέει πως αν ρίξεις ολόκληρη τη φλούδα ενός μήλου πάνω από τον ώμο σου, θα σου δείξει τα αρχικά του ατόμου που θα παντρευτείς. Δε μπορείς να φας τη φλούδα της μπανάνας.
peel [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remove skin from: fruit, etc.) (αφαιρώ φλούδα)ξεφλουδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κόβω φλούδα)καθαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ζαργκόν: μαγειρική)πιλάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Ray has been peeling potatoes all day.
 Ο Ρέι καθαρίζει πατάτες όλη μέρα.
peel viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (skin: flake, come off)ξεφλουδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ξεφλουδίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I got sunburnt last week and now my skin is peeling.
 Έπαθα έγκαυμα από τον ήλιο την προηγούμενη εβδομάδα και τώρα το δέρμα μου ξεφλουδίζει.
peel viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (paint, etc.: flake, come off)ξεφλουδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ξεφλουδίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)σκάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We need to repaint this door; it's starting to peel.
 Πρέπει να ξαναβάψουμε αυτήν την πόρτα. Αρχίζει να ξεφλουδίζει.
peel [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remove outer layer of)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Grace peeled the bark from the tree.
 Η Γκρέις έβγαλε τον φλοιό από το δέντρο.
peel [sth] off [sth] vtr + prep (remove: outer layer from [sth](με εργαλείο)ξύνω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
  (με το χέρι)ξεφλουδίζω κτ από κτ, τραβώ κτ από κτ, αφαιρώ κτ από κτ ρ μ + πρόθ
 Harry peeled the old paint off the door before applying the new paint.
 Ο Χάρυ έξυσε την παλιά μπογιά από την πόρτα πριν εφαρμόσει την καινούρια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peel off vi + adv (skin: flake)ξεφλουδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
peel [sth] off vtr + adv (remove: fruit skin)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αφαιρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I peeled off the skin of the apple, then cored it and cut it into wedges.
peel [sth] off vtr + adv figurative (remove: layer by layer)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αφαιρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο περιγραφικά)βγάζω αργά αργά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βγάζω ένα ένα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The striptease dancer peeled off her clothes during the show.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση peeled στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'peeled'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης