peel

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpiːl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/pil/ ,USA pronunciation: respelling(pēl)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (skin of fruit, vegetable)φλούδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  φλούδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  φλοίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is an old superstition that if you throw the unbroken peel of an apple over your shoulder, it will show the initial of the person you are going to marry. You can't eat banana peel.
 Υπάρχει μια παλιά προκατάληψη που λέει πως αν ρίξεις ολόκληρη τη φλούδα ενός μήλου πάνω από τον ώμο σου, θα σου δείξει τα αρχικά του ατόμου που θα παντρευτείς. Δε μπορείς να φας τη φλούδα της μπανάνας.
peel [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remove skin from: fruit, etc.) (αφαιρώ φλούδα)ξεφλουδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κόβω φλούδα)καθαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ζαργκόν: μαγειρική)πιλάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Ray has been peeling potatoes all day.
 Ο Ρέι καθαρίζει πατάτες όλη μέρα.
peel viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (skin: flake, come off)ξεφλουδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ξεφλουδίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I got sunburnt last week and now my skin is peeling.
 Έπαθα έγκαυμα από τον ήλιο την προηγούμενη εβδομάδα και τώρα το δέρμα μου ξεφλουδίζει.
peel viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (paint, etc.: flake, come off)ξεφλουδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ξεφλουδίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)σκάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 We need to repaint this door; it's starting to peel.
 Πρέπει να ξαναβάψουμε αυτήν την πόρτα. Αρχίζει να ξεφλουδίζει.
peel [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remove outer layer of)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Grace peeled the bark from the tree.
 Η Γκρέις έβγαλε τον φλοιό από το δέντρο.
peel [sth] off [sth] vtr + prep (remove: outer layer from [sth](με εργαλείο)ξύνω κτ από κτ ρ μ + πρόθ
  (με το χέρι)ξεφλουδίζω κτ από κτ, τραβώ κτ από κτ, αφαιρώ κτ από κτ ρ μ + πρόθ
 Harry peeled the old paint off the door before applying the new paint.
 Ο Χάρυ έξυσε την παλιά μπογιά από την πόρτα πριν εφαρμόσει την καινούρια.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peel off vi + adv (skin: flake)ξεφλουδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
peel [sth] off vtr + adv (remove: fruit skin)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αφαιρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I peeled off the skin of the apple, then cored it and cut it into wedges.
peel [sth] off vtr + adv figurative (remove: layer by layer)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αφαιρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιο περιγραφικά)βγάζω αργά αργά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βγάζω ένα ένα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The striptease dancer peeled off her clothes during the show.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
peel [sth] away vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (outer layer: remove)αφαιρώ, τραβάω, βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He peeled away the latex mask to reveal his true identity.
peel [sth] away vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative (remove: [sth] concealing) (μεταφορικά)αφήνω πίσω ρ μ + επίρ
  (μεταφορικά)αφαιρώ, βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The author peels away the layers of pretence to reveal the truth about polite 19th-century society.
peel away vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (become detached)ξεφλουδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The paint is peeling away from the wall.
peel off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (leave a group)αποχωρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 One by one the members of the group peeled off until only Nelson was left.
 Ένα ένα τα μέλη της ομάδας αποχώρησαν μέχρι που είχε μείνει μόνο ο Νέλσον.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
banana peel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (banana's outer skin)μπανανόφλουδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Have you ever seen anyone slip on a banana peel in real life?
orange peel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outer skin of an orange)φλούδα πορτοκαλιού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 For fun, some people put a wedge of orange peel between their front teeth and lips, then smile to show the orange peel.
peel [sth] back vtr + adv literal (remove: covering)τραβάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αφαιρώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
peel [sth] back vi + adv figurative (repeal)ανακαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω κτ πίσω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They protested efforts to peel back election reforms.
 Διαμαρτυρήθηκαν για τις προσπάθειες να ανακληθούν οι εκλογικές μεταρρυθμίσεις.
peel [sth] back vtr + adv figurative (remove, set aside) (μεταφορικά)προσπερνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Peel back the layers and look at the root of the problem.
 Προσπέρασε την επιφάνεια και δες τη ρίζα του προβλήματος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'peel' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [an orange, a lemon] peel, [apple, lime, potato] peel, the peel of [an orange], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση peel στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'peel'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης