pederasty

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɛdəˌræstɪ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈpɛdəˌræsti, ˈpidə-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(pedə ras′tē, pēdə-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pederasty nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (homosexual paedophilia)παιδεραστία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  παιδοφιλία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Αν και η λέξη έχει ελλληνική ρίζα, δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς παιδεραστία είναι η σεξουαλική σχέση ενηλίκου με ανήλικο, ανεξαρτήτως φύλου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pederasty στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pederasty'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης