Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

pedal bin


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο pedal παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: bin

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pedal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cycle: footrest)πετάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)πεντάλ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 One of my pedals came off so I had to walk home.
 Ένα από τα πετάλια μου βγήκε από τη θέση του κι έτσι αναγκάστηκα να περπατήσω ως το σπίτι μου.
 Ένα από τα πεντάλ μου βγήκε από τη θέση του κι έτσι αναγκάστηκα να περπατήσω ως το σπίτι μου.
pedal viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (cycle)κάνω πετάλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ποδηλατώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I was pedalling like mad but didn't seem to be getting anywhere.
 Έκανα πετάλι σαν τρελή, αλλά δε φαινόταν να φτάνω πουθενά.
 Ποδηλατούσα σαν τρελή, αλλά δε φαινόταν να φτάνω πουθενά.
pedal [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cycle: move by pedalling)κάνω πετάλι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Συχνά εννοείται και αποδίδεται σαν: Αγωνιζόταν να ανέβει στο λόγο με το ποδήλατο.
 She strained to pedal the bike up the hill.
pedal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (musical instrument: foot lever) (μουσικό όργανο)πεντάλ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  ποδομοχλός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 You can work the cymbals by using this pedal here.
 Μπορείς να παίξεις τα κύμβαλα χρησιμοποιώντας αυτό εδώ το πεντάλ.
pedal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicle: foot control)πετάλι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πεντάλ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  ποδομοχλός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Cars with manual transmissions have three pedals: the accelerator, the brake, and the clutch.
 Τα αμάξια με χειροκίνητο σύστημα μετάδοσης κίνησης έχουν τρία πεντάλ: το γκάζι, το φρένο και τον συμπλέκτη.
 Τα αμάξια με χειροκίνητο σύστημα μετάδοσης κίνησης έχουν τρία πεντάλ: το γκάζι, το φρένο και τον συμπλέκτη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
accelerator,
accelerator pedal
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(vehicle's speed-control pedal)γκάζι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο, επιστημονικό)επιταχυντής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The driver put his foot down hard on the accelerator.
backpedal,
back-pedal
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(pedal backwards)κάνω πετάλι ανάποδα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω πετάλι προς τα πίσω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
backpedal,
back-pedal
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
figurative, informal (go against [sth] previously said)αντιφάσκω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)ξελέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
brake pedal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (for stopping vehicle) (πετάλι)φρένο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Do not forget to press the brake pedal; the car won't stop by itself.
gas pedal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (accelerator)επιταχυντής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)γκάζι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She slammed on the gas pedal and sped down the street.
pedal boat (recreational water vehicle)θαλάσσιο ποδήλατο επίθ + ουσ ουδ
pedal power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (use of a cycle)μετακίνηση με ποδήλατο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pedal power nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (energy generated by cycling)ισχύς ποδηλάτου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
pedal pushers nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (women's short trousers) (παντελόνι)ψαράδικο, κάπρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: κάπρι: ξενικό, άκλιτο
 My mom used to wear pedal pushers all summer long.
soft-pedal [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative, informal (downplay, try to minimize)μειώνω τη σημασία, μειώνω τη σπουδαιότητα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  υποβαθμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υποτιμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
soft-pedal viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (music: use soft pedal)παίζω μουσική πατώντας το μαλακό πεντάλ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
soft-pedal [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (music: soften with soft pedal)κάνω πιο απαλό με το μαλακό πεντάλ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pedal bin στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pedal bin'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης