pecuniary

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/pɪˈkjuːniəri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/pɪˈkyuniˌɛri/ ,USA pronunciation: respelling(pi kyo̅o̅nē er′ē)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pecuniary adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (monetary, financial)χρηματικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The once wealth family is now having some pecuniary difficulties.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pecuniary στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pecuniary'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης