peasant

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɛzənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpɛzənt/ ,USA pronunciation: respelling(pezənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peasant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (poor farm person)χωρικός, χωρική ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 There used to be many peasants in the English countryside.
 Παλιά υπήρχαν πολλοί χωρικοί στην αγγλική εξοχή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
peasant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, pejorative (uncultured person) (καθομ, προσβλητικό)χωριάτης, χωριάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Gavin's manners are awful; he's such a peasant.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
peasant farmer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (poor person who cultivates land)χωρικός, χωρική επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
  αγρότης, αγρότισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (κάποιες φορές μειωτικό)χωριάτης, χωριάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
peasant revolt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (uprising by poor workers)εξέγερση αγροτών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The French Revolution is a prime example of a peasant revolt.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'peasant' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a peasant [farmer, worker], has a peasant life, peasant clothing, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση peasant στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'peasant'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης