Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

pay one


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο pay παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: one

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pay viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (make a payment)πληρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I have no money. Can you pay?
 Δεν έχω λεφτά. Μπορείς να πληρώσεις;
pay for [sth] vi + prep (give money in exchange) (κάτι ή για κάτι)πληρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He paid for his dinner when the bill came.
 Πλήρωσε για το δείπνο του, όταν έφτασε ο λογαριασμός.
pay [sb] [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (offer money to) (κάτι σε κάποιον)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάποιον κάτι)πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll pay you five dollars if you tell me where he went.
 Θα σου δώσω πέντε δολάρια αν μου πεις που πήγαν.
 Θα σε πληρώσω πέντε δολάρια αν μου πεις που πήγαν.
pay [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (settle)εξοφλώ, αποπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I would like to pay my account now.
 Θα ήθελα να αποπληρώσω τον λογαριασμό μου τώρα.
pay [sth] for [sth] vtr + prep (give money for) (για κάτι ή κάτι)πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What a nice dress! How much did you pay for it?
 Τι ωραίο φόρεμα! Πόσο το πλήρωσες;
pay [sb] [sth] for [sth] vtr + prep (give money in exchange) (κάτι σε κάποιον για κάτι)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll pay you ten dollars for that shirt.
 Θα σου δώσω δέκα δολάρια για αυτό το μπλουζάκι.
pay [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (offer money to do [sth](κπ για να κάνει κτ)πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They paid him to redecorate their house.
 Τον πλήρωσαν για να αλλάξει τη διακόσμηση στο σπίτι τους.
pay [sb] [sth] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give money in exchange) (κτ σε κπ για να κάνει κτ)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My dad paid me five pounds to clean his car.
 Ο μπαμπάς μού έδωσε πέντε δολάρια, για να πλύνω το αυτοκίνητο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Θα πληρώσω έναν υδραυλικό, για να φτιάξει τη βρύση.
pay [sth] (to [sb]) vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (respects, tribute: show) (τα σέβη μου σε κάποιον)υποβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He paid his respects to the king.
 Υπέβαλε τα σέβη του στο βασιλιά.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wages, salary)μισθός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  αμοιβή, πληρωμή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The pay at this company is pretty good.
pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (payroll)πληρωμές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  μισθοδοσία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Linda is the secretary and Betty works on invoices and pay.
pay,
paying
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
US (not free of charge)επί πληρωμή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 While most web sites are free, there are some pay sites.
pay to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be beneficial) (καθομιλουμένη)βγαίνει σε καλό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It usually pays to be nice to people.
 Συνήθως βγαίνει σε καλό να είσαι ευγενικός με τους άλλους.
pay viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (offer as salary)πληρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προσφέρω μισθό, δίνω μισθό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It sounds like a good job, but what do they pay?
 Ακούγεται καλή δουλειά, αλλά πόσα πληρώνουν;
 Ακούγεται καλή δουλειά, αλλά τι μισθό δίνουν;
 Ακούγεται καλή δουλειά, αλλά πόσα δίνουν;
pay viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (be beneficial)ωφελώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βγαίνω σε καλό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It just goes to show—sometimes being nice to people pays.
pay viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (suffer consequences) (μεταφορικά)το πληρώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't do it! You are going to pay if you do!
 Μην το κάνεις! Θα το πληρώσεις αν το κάνεις!
pay for [sth] vi + prep figurative, informal (suffer consequences) (μεταφορικά: για κάτι)πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  το πληρώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (σε κάποιον)το πληρώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You'll pay for what you did to me - I'll make sure of that!
 Θα πληρώσεις για αυτό που μου έκανες. Θα το φροντίσω εγώ!
 Θα το πληρώσεις αυτό που μου έκανες. Θα το φροντίσω εγώ!
 Θα μου το πληρώσεις αυτό που μου έκανες. Θα το φροντίσω εγώ!
pay [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." nautical (let ship fall to leeward) (ναυσιπλοΐα: σχοινί)αμολάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κατευθύνω πλοίο αντίθετα από τη διεύθυνση του ανέμου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pay [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." nautical (tar ship's bottom) (εξωτερικό πλοίου)αλείφω κτ με πίσσα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πισσώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
pay [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (yield as a return)αποδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αποφέρω κέρδος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The stock paid six percent last year.
pay [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (taxes: contribute)πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 As someone who pays her taxes, I like to have a say in what the council does with my money.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
pay [sth] back vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (return money)ξεπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I can't afford to pay back the fifty pounds he lent me.
 Δεν έχω την οικονομική άνεση να του ξεπληρώσω τις πενήντα λίρες που μου δάνεισε.
pay [sb] back vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (return money to)εξοφλώ, ξεπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I will pay you back the £5 tomorrow.
 Θα σου ξεπληρώσω τις 5 λίρες αύριο.
pay [sb] back vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative, informal (take revenge on) (μεταφορικά)ανταποδίδω, ξεπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After he embarrassed her, she paid him back by playing a joke on him.
 Αφού την ντρόπιασε του το ανταπέδωσε κάνοντάς του μια φάρσα.
pay [sb] back for [sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative, informal (take revenge for [sth](κάποιον για κάτι)εκδικούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)ξεπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω κπ να πληρώσει για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 How shall I pay him back for that dirty trick he played on me?
 Πως να τον εκδικηθώ για το κακόγουστο αστείο που μου έκανε;
pay [sb] back for doing [sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative, informal (take revenge for [sth](κάποιον επειδή έκανε κάτι)εκδικούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (που έκανε κάτι)κάνω κπ να πληρώσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I still haven't paid you back for humiliating me in front of all my friends.
 Ακόμα δεν σε έχω εκδικηθεί που με ταπείνωσες μπροστά σε όλους μου τους φίλους.
pay [sth] down vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (make a down payment)πληρώνω προκαταβολή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
pay down [sth],
pay [sth] down
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
mainly US (partly pay off, pay back: debt)ξεπληρώνω οφειλή με σκοπό μείωσή της περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pay in vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (money: put into a bank)καταθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I went to the bank and paid in a cheque.
pay [sth] off,
pay off [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(pay all of: money owed)εξοφλώ, ξεπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I've nearly paid off my mortgage. The collection company kept calling me for weeks until I finally paid off my debt.
 Έχω σχεδόν εξοφλήσει το δάνειο του σπιτιού. Η εισπρακτική εταιρεία συνέχισε να με καλεί για βδομάδες μέχρι που εξόφλησα το χρέος μου.
pay off vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." informal (bribe: [sb])δωροδοκώ, εξαγοράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό)λαδώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
pay off vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." US, informal (have good consequences)αποδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)βγαίνω σε καλό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Hard work and careful planning always pay off. The collection company kept calling me for weeks until I finally paid off my debt.
 Η σκληρή δουλειά και ο προσεκτικός σχεδιασμός πάντα αποδίδουν.
pay out [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (yield a sum of money)πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This slot machine will pay out a fortune if you hit the jackpot. My pension fund will pay out enough to live on.
 Αυτός ο κουλοχέρης θα πληρώσει μια περιουσία εάν πετύχεις τζάκποτ.
pay out [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (spend: a sum of money)πληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (χρήματα)δίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I paid out a lot of money for this expensive computer.
 Έδωσα πολλά χρήματα για αυτό τον ακριβό υπολογιστή.
pay up vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (pay an amount owed)εξοφλώ, ξεπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You've owed me that money for over a month. It's time to pay up.
 Μου χρωστάς αυτά τα χρήματα εδώ και πάνω από έναν μήνα. Ήρθε η ώρα να με ξεπληρώσεις (or: εξοφλήσεις).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
back pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: wages for previous work)αναδρομικές αποδοχές επίθ + ουσ θηλ
  αναδρομικά επίθ ως ουσ ουδ
base pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (basic salary)βασικός μισθός, κατώτερος μισθός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The base pay for this job is low, but as you gain experience your pay will be increased.
draw a pay check v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be employed)εργάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I've lived here ever since I first drew a pay check.
 Ζω εδώ από τότε που εργάστηκα για πρώτη φορά.
draw a pay check from [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US (work for [sb])εργάζομαι για κπ, δουλεύω για κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
draw your pay v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (receive wage)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The workers drew their pay at the end of each week.
final pensionable pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (income prior to retirement)συντάξιμος μισθός επίθ + ουσ αρσ
incentive pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bonus or pay rise based on performance)επίδομα απόδοσης/παραγωγικότητας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
merit pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (performance-related salary)πληρωμή με βάση την αποδοτικότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
net pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (total pay after tax)καθαρό εισόδημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
overtime pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pay for working beyond normal hours)υπερωρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  αμοιβή υπερωρίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
pay [sb] a bribe v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (persuade [sb] with money, etc.)δωροδοκώ, εξαγοράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)λαδώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I wonder if that cop will let me off without a ticket if I pay him a bribe?
 Αναρωτιέμαι αν εκείνος ο αστυνομικός θα με αφήσει να φύγω χωρίς κλήση, αν τον δωροδοκήσω.
pay a call on [sb],
pay [sb] a call
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(visit)επισκέπτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω επίσκεψη σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The doctor will pay you a call tomorrow.
pay [sb] a compliment v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (make a flattering comment to)κάνω φιλοφρόνηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω κομπλιμέντο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
pay a visit v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, slang, euphemism (go to the toilet)πάω στην τουαλέτα, πάω στο μπάνιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ευφημισμός: για ούρηση)πάω προς νερού μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
pay [sb] a visit v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (go and see [sb](κάποιον)επισκέπτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον)κάνω επίσκεψη ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (καθομιλουμένη: κάποιον)πάω να δω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I haven't seen my parents since Christmas. It's time to pay them a visit.
pay as you go nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prepaid mobile phone use)καρτοκινητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
pay as you go,
pay-as-you-go
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(debts paid as they are incurred)προπληρωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
pay as you go v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pay debts as they are incurred)πληρώνω ανάλογα με τη χρήση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πληρώνω ανάλογα με την κατανάλωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pay attention vtr + n (be attentive)προσέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Pay attention! Don't keep reading when I'm talking to you!
 Πρόσεχε! Μην συνεχίζεις το διάβασμα όταν σου μιλάω!
pay attention to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take notice of) (σε κτ)δίνω προσοχή, δίνω βάση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please pay attention to this important information.
 Σε παρακαλώ δώσε προσοχή σε αυτή τη σημαντική πληροφορία.
pay attention to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (concentrate on)προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάτι)δίνω βάση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Pay close attention to every word he says.
 Δώσε βάση σε κάθε του λέξη.
pay attention to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (listen to [sb])προσέχω, ακούω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Pay attention to me when I'm trying to tell you something important.
 Άκουγέ με όταν προσπαθώ να σου πω κάτι σημαντικό.
pay cash v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pay using coins or notes)πληρώνω με μετρητά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can't use a credit card here; you have to pay cash.
 Δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις πιστωτική κάρτα εδώ, πρέπει να πληρώσεις με μετρητά.
pay close attention v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take notice)δίνω προσοχή, προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)δίνω βάση ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I was paying close attention but I still have no idea how the magician lifted your watch!
pay close attention to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take notice of [sth])προσέχω ιδιαίτερα, προσέχω ιδιαιτέρως ρ μ + επίρ
  δίνω ιδιαίτερη προσοχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Pay close attention to what I say because I won't repeat it.
pay dirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal ([sth] lucrative) (μεταφορικά, προφορικό: μου πέφτει)λαχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά, προφορικό: μου πέφτει)ο πρώτος αριθμός του λαχείου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 He knew he hit pay dirt when he was offered $100,000 for his story.
 Ήξερε ότι του είχε πέσει το λαχείο, όταν του πρόσφεραν 100.000 δολάρια για την ιστορία του.
pay dirt nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ore that is profitable for mining)εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα ορυχείου ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
paydown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (type of debt reduction)καταβολή έναντι οφειλής με σκοπό την μείωσή της περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pay funds into v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (contribute money to)συνεισφέρω οικονομικά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
pay good money for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (pay a considerable sum for [sth](μεταφορικά)χρυσοπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)μου στοιχίζει ο κούκκος το αηδόνι, μου κοστίζει ο κούκκος το αηδόνι, μου πάει ο κούκος αηδόνι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ξεπαραδιάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I paid good money for this,but now I find it's a worthless piece of junk.
 Το χρυσοπλήρωσα, αλλά τώρα ανακάλυψα πως είναι άχρηστο.
 Μου στοίχισε ο κούκος αηδόνι, αλλά τώρα ανακάλυψα πως είναι άχρηστο.
 Ξεπαραδιάστηκα για να το αγοράσω, αλλά τώρα ανακάλυψα πως είναι άχρηστο.
pay grade (military: pay scale)μισθολογική κλίμακα επίθ + ουσ θηλ
pay heed v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take notice, listen) (ακούω προσεκτικά)δίνω προσοχή, προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)δίνω βάση ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Pay heed all of you, otherwise you will get into trouble.
pay heed to [sth],
give heed to [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(take notice of, listen to)προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δίνω βάση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δίνω ιδιαίτερη προσοχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You need to pay heed to the explanation leaflet before you take the medication.
pay homage to vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (show one's respect towards)αποτίω φόρο τιμής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The worshippers paid homage to their leader.
pay homage to vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (do [sth] as a tribute to)αποτίω φόρο τιμής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Fans organized a candlelit vigil to pay homage to their fallen star.
pay in advance v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give money for [sth] to be obtained later)πληρώνω προκαταβολικά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Some cell phone companies require you to pay in advance for your service.
pay in cash vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (sum of money: pay in coins or notes)πληρώνω με μετρητά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I don't have any credit cards: I always pay in cash.
pay in cash viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (pay using coins or notes)πληρώνω με μετρητά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
pay in full vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (pay completely)εξοφλώ, καταβάλλω όλο το ποσό ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I was happy to pay the invoice in full and be free of debt.
pay in full vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (repay completely)εξοφλώ, ξεπληρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 After I made my last loan payment, I received a copy of the note marked "paid in full".
pay lip service to [sth/sb],
pay [sth/sb] lip service
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (give superficial attention)ασχολούμαι με κτ μόνο στα λόγια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Obama paid lip service to closing Guantanamo, but he hasn't taken action yet.
pay marked attentions to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (attempt to seduce)φλερτάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (προφορικό)κορτάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό)καμακώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό)τα ρίχνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
pay no attention v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not take notice)δεν δίνω σημασία, δεν προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Pay no attention to the man behind the curtain.
pay no attention to v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (ignore, not take notice of)δεν δίνω σημασία, δεν προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Pay no attention to his rudeness.
pay no mind v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (ignore or disregard [sb])δε δίνω σημασία σε κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αδιαφορώ για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  αγνοώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The deer was a good distance away and paid us no mind.
Pay On Delivery nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (payment on receipt of goods)πληρωμή με αντικαταβολή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πληρωμή με την παραλαβή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πληρωμή με την παράδοση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Customers who choose Pay on Delivery can pay in cash or by credit card when the goods arrive.
pay [sth] out vtr + adv (rope, line: slacken gradually)ξετυλίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αργκό)αμολάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
pay phone,
payphone
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(public phone: takes coins, card) (με χρήματα)κερματοτηλέφωνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (με τηλεκάρτα)καρτοτηλέφωνο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I didn't have enough money to use the pay phone.
pay raise (US),
pay rise (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(increase in wages, salary)αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Staff are expected to settle for a pay rise of around 1%.
pay reparations vtr + n (make financial compensation)δίνω αποζημίωση, αποκαθιστώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Under the terms of the Treaty of Versailles, Germany was forced to pay reparations to the Allies.
 Υπό τους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, η Γερμανία αναγκάστηκε να δώσει αποζημιώσεις στους συμμάχους.
pay [sb] back for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (return money borrowed from [sb])ξεπληρώνω κπ για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I payed him back for the drinks he had bought us.
pay [sb] back for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (take revenge on [sb])εκδικούμαι κπ για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)παίρνω το αίμα μου πίσω από κπ για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She payed him back for all those times he had cheated on her.
pay scale nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (salary range)μισθολογική κλίμακα επίθ + ουσ θηλ
pay sheet,
paysheet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(payroll, list of salaried workers)κατάσταση μισθοδοσίας ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 According to their accounting office, I'm still not on the pay sheet though I've been working there for weeks.
pay special attention to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (take specific note of)δίνω προσοχή, προσέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)δίνω βάση ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The math teacher said we should pay special attention to the negative signs.
pay the bill v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pay costs incurred)πληρώνω τον λογαριασμό ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I asked the waiter if I could pay the bill.
 Ρώτησα το σερβιτόρο αν μπορούσα να πληρώσω το λογαριασμό.
pay the costs v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (pay a price incurred)πληρώνω τον λογαριασμό ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 To be accepted to the exclusive country club, you must be willing to pay the costs associated with membership there.
pay the penalty v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (suffer the consequences of [sth](μεταφορικά)πληρώνω τις συνέπειες, πληρώνω το κόστος, πληρώνω το τίμημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The judge told the accused that he must pay the penalty for his crime.
pay the piper v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (face the consequences)πληρώνω το τίμημα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you keep treating people that way, you'll eventually have to pay the piper.
pay through the nose for [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (spend too much money on [sth](καθομιλουμένη, μεταφορικά)πληρώνω τα μαλλιά της κεφαλής μου για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)ξηλώνομαι για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He paid through the nose for that car, and it's nothing but a piece of junk.
pay to the order of exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (cheque: pay amount specified to) (επιταγή: δικαιούχος)πλωρώστε σε διαταγή του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pay too much v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be overcharged for [sth])πληρώνω μεγάλο ποσό ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I paid too much for the taxi from the airport to the city centre.
pay tribute v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (show one's respect)αποτίω φόρο τιμής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pay tribute to [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (speak respectfully of)αποτίω φόρο τιμής σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Everyone paid tribute to the firemen's bravery in rescuing the child.
 Όλοι απέτισαν τιμή στη γενναιότητα του πυροσβέστη να σώσει το παιδί.
pay your dues v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (do [sth] you are expected to do)κάνω το καθήκον μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pay your respects to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (honour [sb] who has died)τιμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (στην κηδεία)λέω το τελευταίο αντίο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  λέω το στερνό αντίο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
pay your respects to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (greet [sb] courteously)υποβάλλω τα σέβη μου σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 While I'm visiting in town I should pay my respects to the mayor; he's an old friend of my father's.
pay your share v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (contribute fairly to the cost of [sth])πληρώνω το μερίδιο μου ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please pay your share of the rent before the end of the month.
pay your way v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (contribute fairly to expenses)πληρώνω το μερίδιό μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
pay-per-click nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Internet: business model)πληρωμή ανά επίσκεψη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  πληρωμή ανά κλικ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  pay-per-click ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
pay-per-click n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (relating to this business model)με πληρωμή ανά επίσκεψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με πληρωμή ανά κλικ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  pay-per-click επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
pay-per-view adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (TV)pay per view φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  καρτοτηλεόραση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  χρέωση ανά εκπομπή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
paycheck,
UK: pay cheque
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (wage or salary check)επιταγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)επιταγή μισθοδοσίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The company hands out paychecks every Friday.
payoff,
also UK: pay-off
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (bribe) (καθομιλουμένη)μίζα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη: συνήθως γιατρός)φακελάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)δωροδοκία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πληρωμή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The drug dealer offered the police officer a payoff to look the other way.
payoff,
also UK: pay-off
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(redundancy payment)αποζημίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Simon was made redundant last year, but after thirty years with the same company, he got a good payoff.
payoff,
also UK: pay-off
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(profit)απόδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The backers are hoping for a quick payoff on their investments.
payoff,
also UK: pay-off
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (advantage)κέρδος, όφελος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)κτ που ξεπληρώνει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Learning a new language is hard work, but the payoff is that you can communicate with a whole new group of people.
payoff,
also UK: pay-off
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(amount to clear debt)υπόλοιπο ποσό, υπολειπόμενο ποσό επίθ + ουσ ουδ
  (κατά λέξη)ποσό εξόφλησης, ποσό αποπληρωμή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Quentin handed over the payoff and was relieved to know he was now clear of debt.
performance-related pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (salary based on individual assessment)αμοιβή βάσει απόδοσης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
promise to pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (promissory note)υπόσχεση πληρωμής ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
raise,
UK: pay rise
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal (pay increase)αύξηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He got a raise of 4%.
 Του έδωσαν 4% αύξηση.
rob Peter to pay Paul v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (incur a debt to pay another)αποπληρώνω χρέος με δάνειο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δανείζομαι για να πληρώσω τα χρέη μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Παρατίθενται ορισμένες εναλλακτικές αποδόσεις.
settle old scores,
pay off old scores
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (take revenge) (μεταφορικά)κλείνω παλιούς λογαριασμούς εκφρ
  παίρνω εκδίκηση ρ μ + ουσ θηλ
settle the score,
pay off the score
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (take revenge) (μεταφορικά)παίρνω το αίμα μου πίσω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
severance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pay after being fired)αποζημίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The company made Dan redundant, but they paid him severance.
severance pay nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (redundancy payout)αποζημίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I didn't even get any severance pay when I was made redundant.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pay one στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pay one'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης