patronage

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpætrənɪdʒ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpeɪtrənɪdʒ, ˈpæ-/ ,USA pronunciation: respelling(pātrə nij, pa-)

Σε αυτή τη σελίδα: patronage, custom
Ο όρος 'patronage' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'custom'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'patronage' is an alternate term for 'custom'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
patronage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (custom: going to a bar, restaurant)προτίμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)το γεγονός ότι συχνάζω κάπου β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 We would like to thank our loyal customers for their patronage.
patronage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (support)υποστήριξη, στήριξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Without Maria's patronage, Andy would never have made a success of his business.
patronage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (customers)πελατεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πελάτες ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (που συχνάζουν)θαμώνες ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 The bar had a rather undesirable patronage.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
custom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (habit, usual behaviour)συνήθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)συνήθειο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It was Jane's custom to go jogging every morning before breakfast.
 Ήταν συνήθεια της Τζέιν να πηγαίνει για τρέξιμο κάθε πρωί, πριν το πρωινό γεύμα.
custom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tradition)συνηθίζεται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
  συνήθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  έθιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  παράδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The custom is to bring a gift when you are invited to dinner.
 Συνηθίζεται να προσφέρει κανείς δώρο όταν τον καλούν για δείπνο.
 Είναι έθιμο να προσφέρει κανείς δώρο όταν τον καλούν για δείπνο.
custom nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (patronage: using services)προτίμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  συνεργασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  δουλειές ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Προτείνονται ορισμένες υποψήφιες αποδόσεις.
 Tired of exorbitant fees, Rachel decided to take her custom to another bank.
customs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (airport baggage-check area) (δασμοί)τελωνείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 After passport control, you need to pass through customs.
 Μετά τον έλεγχο διαβατηρίων, πρέπει να περάσεις απ' το τελωνείο.
customs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (tax payable on imported goods)δασμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  τέλος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη, ευρύτερα)φόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: Used with a singular or plural verb
 You may have to pay customs on imported goods.
 Ίσως χρειαστεί να πληρώσεις δασμούς για τα εισαγώμενα προϊόντα.
customs nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government import duties department)τελωνείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Canadian customs charge you taxes for any imported goods valued over $20.
 Τα τελωνεία στον Καναδά χρεώνουν φόρους για όλα τα εισαγόμενα αγαθά αξίας άνω των 20 δολαρίων.
Customs nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government agency)τελωνείο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Customs is holding the shipment till you pay the tax.
 Το τελωνείο κρατάει το φορτίο μέχρι να πληρώσετε το φόρο.
customs n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (charge, duty: payable on imported goods)τελωνειακός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  του τελωνείου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The company had to pay the customs duty for the imported item.
 Η εταιρεία έπρεπε να πληρώσει τελωνειακούς δασμούς για το εισαγόμενο προϊόν.
custom adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (made to order, bespoke)κατά παραγγελία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ειδικής κατασκευής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ειδική παραγγελία φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  προσαρμοσμένων χαρακτηριστικών φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 The company built a custom motorcycle for him.
 Η εταιρεία του έφτιαξε μια μοτοσυκλέτα κατά παραγγελία.
 Η εταιρεία του έφτιαξε μια μοτοσυκλέτα ειδικής κατασκευής.
 Η μοτοσυκλέτα που του έφτιαξε η εταιρεία ήταν ειδική παραγγελία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
custom,
US: patronage
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (regular patrons)έθιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  παράδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The adverts generated a lot of custom.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
patronage | custom
ΑγγλικάΕλληνικά
consumer patronage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (customer loyalty)αφοσίωση πελατών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'patronage' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: thank you for your (loyal) patronage, patronage of the arts, loyal patronage of the [hotel, spa, resort], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση patronage στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'patronage'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης