patron

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpeɪtrən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpeɪtrən/ ,USA pronunciation: respelling(pātrən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
patron nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (financial backer) (συχνά αρνητικό)χορηγός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  χρηματοδότης, χρηματοδότρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Chris is lucky to have a patron who is providing the money for him to set up his business.
 Ο Κρις είναι τυχερός που έχει έναν χορηγό που του παρέχει χρήματα για να ανοίξει την εταιρεία του.
patron nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (supporter)υποστηρικτής, υποστηρίκτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Angela is a patron of her local theatre group; she helps them with publicity and always attends all their shows.
 Η Άντζελα είναι υποστηρίκτρια της τοπικής θεατρικής ομάδας. Τους βοηθά με τη διαφήμιση και πάντα παρακολουθεί όλες τους τις παραστάσεις.
patron nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (customer of bar, restaurant)πελάτης, πελάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (που συχνάζει)θαμώνας ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Patrons are asked not to bring their own food into the bar.
 Οι πελάτες παρακαλούνται να μη φέρνουν το δικό τους φαγητό στο μπαρ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
patron saint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (saint who protects a certain group)προστάτης άγιος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Saint Christopher is the patron saint of travelers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'patron' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is the patron saint of [navigation, fisherman], a patron of the arts, is a [celebrated, founding] patron of the arts, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση patron στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'patron'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης