passive

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpæsɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpæsɪv/ ,USA pronunciation: respelling(pasiv)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
passive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not active)παθητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Carol takes a passive approach to parenting; she rarely disciplines her kids.
passive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: submissive)που έχει παθητική στάση, που δείχνει παθητικότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  παθητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 He prefers women who are passive and compliant.
passive nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grammar: passive voice) (γραμματική)παθητική φωνή επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)παθητική επίθ ως ουσ θηλ
 Try not to overdo it with sentences in the passive in English.
 Προσπάθησε να μην το παρακάνεις με προτάσεις στην παθητική φωνή στα αγγλικά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
passive resistance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (protest by peaceful refusal)παθητική αντίσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Passive resistance was the preferred technique of several noted leaders, such as Martin Luther King, Jr. and Mahatma Gandhi.
passive smoking nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (others' cigarette smoke)παθητικό κάπνισμα επίθ + ουσ ουδ
passive voice nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (grammar: verb form takes when subject acted upon) (γραμματική)παθητική φωνή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Some style manuals recommend that you avoid the passive voice whenever you can.
passive-aggressive adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hiding hostility)παθητικοεπιθετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'passive' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση passive στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'passive'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης