passable

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɑːsəbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpæsəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(pasə bəl, päsə-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
passable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (able to be traversed)που μπορεί να τον περάσει κανείς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The snowy mountain road will be passable by April.
passable adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (acceptable, adequate)ικανοποιητικός, αποδεκτός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Liz has a passable knowledge of French.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'passable' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση passable στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'passable'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης