partner

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɑːrtnər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpɑrtnɚ/ ,USA pronunciation: respelling(pärtnər)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business associate)συνεταίρος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The chef was a business partner of the restaurant owner.
 Ο σεφ ήταν συνεταίρος με τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου.
partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (spouse)σύντροφος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  ταίρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Sleep can be difficult if your partner snores.
 Όταν ο σύντροφός σου ροχαλίζει, είναι δύσκολο να κοιμηθείς.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (police: colleague)συνάδελφος, συναδέλφισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 While he searched the suspect, his partner searched the car.
partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who dances with another)παρτενέρ ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 John dances well, and Mary likes to be his partner in the waltz.
partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in a game)συμπαίκτης, συμπαίκτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Jane and Dave played tennis with John and his partner, Mary. Ray's bridge partner that night was a Frenchman.
partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (working on joint task)συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Work with a partner to create a role play based on the scenario you have been given.
partner with [sb] vi + prep US (associate as partners)συνάπτω συνεργασία με κπ, ξεκινώ συνεργασία με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνεργάζομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
partner [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (join with)συμμετέχω μαζί με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συμμετέχω ως ζευγάρι με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He partnered his brother in the cooking contest.
 Συμμετείχε μαζί με τον αδερφό του στο διαγωνισμό.
 Συμμετείχε ως ζευγάρι του αδερφού του στο διαγωνισμό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
business partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] in joint commercial arrangement)συνέταιρος, συνεταίρος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 My business partner had to sign the note as joint owner.
co-partner,
also US: copartner
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(business: joint partner)συνεταίρος, συνέταιρος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
dancing partner,
dance partner
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb]: dances with [sb] else)παρτνέρ ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: ξενικό,άκλιτο
domestic partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person cohabiting)σύντροφος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
general partner (economics)ομόρρυθμος εταίρος επίθ + ουσ αρσ
life partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (long-term boyfriend or girlfriend)σύντροφος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
partner in crime nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (criminal: accomplice)συνεργός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Jen and Jeric are partners in crime.
partner in crime nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (close associate)συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  στενός συνεργάτης, στενή συνεργάτιδα επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 Lovely to see you again, my dear. And is this gentleman your partner in crime?
Partnership Program,
Partner Program
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (between organizations)πρόγραμμα συνεταιρικών σχέσεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πρόγραμμα εταιρικών σχέσεων περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πρόγραμμα συνεργασίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A Partnership Program was set up between the UN Industrial Development Organization and Hewlett-Packard.
silent partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (business investor with no active role)αφανής εταίρος επίθ + ουσ αρσ
 Dad's only a silent partner in the business: he never gets involved in decision making.
sparring partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (in boxing practice)sparring partner ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  αντίπαλος για σπάρινγκ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αντίπαλος για προπόνηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Oscar earned extra money serving as a sparring partner for the champ.
sparring partner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (in debates)αντίπαλος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Your sparring partner in today's debate will be Simon Wilson.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'partner' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: partner up (together) for the [project, game], her [business, dance, tennis, life] partner, partner [offices, organizations, programs, institutions, sites], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση partner στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'partner'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης