paradox

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpærədɒks/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpærəˌdɑks/ ,USA pronunciation: respelling(parə doks′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paradox nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contradiction in terms)παράδοξο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 "Water always runs uphill" is a paradox.
 Η φράση «το νερό τρέχει προς τα πάνω» είναι ένα παράδοξο.
paradox nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] contradictory)παράδοξο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It's a paradox that a religious candidate has so much secular support.
 Είναι παράδοξο το ότι ένας θρήσκος υποψήφιος έχει τόσο μεγάλη υποστήριξη από κοσμικούς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Paradox of the Absurd nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (philosophical idea of Camus) (φιλοσοφία)Παράδοξο του Παραλόγου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'paradox' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση paradox στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'paradox'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης