Σε αυτή τη σελίδα: panties, pants
Ο όρος 'panties' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'pants'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'panties' is an alternate term for 'pants'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
panties,
UK: knickers,
pants
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
US (women's or girls' underpants)κιλοτάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  εσώρουχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (και για παιδιά)βρακάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Patricia bought herself some new panties with a lace frill.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pants (US),
trousers (UK)
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(clothing for the legs)παντελόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Mary's pants had a hole in the knee.
 Το παντελόνι της Μαίρης είχε μια τρύπα στο γόνατο.
pants (UK),
underpants (US)
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(underwear)εσώρουχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  σλιπ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (καθομιλουμένη: άκομψο)σώβρακο, βρακί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Jeff put on his pants and vest and a pair of jeans. Brian packed five pairs of underpants in his suitcase.
 Ο Τζεφ φόρεσε το εσώρουχό του και τη φανέλα του και ένα τζιν. Ο Μπράιαν έβαλε πέντε εσώρουχα στη βαλίτσα του.
pants (UK),
panties (US)
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
(women's or girls' underpants)εσώρουχο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βρακάκι, σλιπάκι, κιλοτάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη: άκομψο)βρακί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Under her skirt, Judy wore lace pants. Patricia bought herself some new panties with a lace frill.
 Κάτω από τη φούστα της, η Τζούντυ φορούσε δαντελένιο εσώρουχο. Η Πατρίσια αγόρασε μερικά καινούργια εσώρουχα με δαντελένιο τελείωμα για τον εαυτό της.
pants,
pant (US),
trouser (UK)
n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood."
mainly US (relating to trousers)του παντελονιού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This pant leg isn't wide enough.
 Το πατζάκι αυτού του του παντελονιού δεν είναι αρκετά φαρδύ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pants adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." UK, pejorative, slang (inferior)χάλια επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (αργκό)μάπα, μούφα, φόλα, πατάτα ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 That film was pants.
pants at [sth] adj + prep UK, slang (person: incompetent, useless) (σε κάτι)άχρηστος, άσχετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (από κάτι)δεν σκαμπάζω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm pants at football, and John's pants at chess.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση panties στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'panties'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης