pamphlet

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpæmflət/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈpæmflɪt/ ,USA pronunciation: respelling(pamflit)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pamphlet nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (leaflet)φυλλάδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βιβλιαράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Someone left a pamphlet about religion on the car window.
 Κάποιος άφησε ένα θρησκευτικό φυλλάδιο στο παρ μπριζ του αυτοκινήτου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pamphlet' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pamphlet στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pamphlet'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης