Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

paint horse


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο paint παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: horse

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paint vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cover with paint)βάφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (απρόσεκτα)μπογιατίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He painted the wall.
 Έβαψε τον τοίχο.
paint [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (create or draw with paint)ζωγραφίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She painted a picture, using oil paint.
 Ζωγράφισε έναν πίνακα με λαδομπογιά.
paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (coloured coating)μπογιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βαφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)χρώμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 We need to buy some tins of blue paint.
 Πρέπει να αγοράσουμε μερικά δοχεία μπογιά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paint viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (make a painting)ζωγραφίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She loves to paint.
paint viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (colour [sth] with paint)βάφω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (απρόσεκτα)μπογιατίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Working on the house, he painted all day long.
paint vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (colour with paint)βάφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ζωγραφιά, σχέδιο)χρωματίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He painted the room blue.
paint vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (nails: apply varnish to)βάφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She spends hours painting her nails.
paint vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (describe with words)περιγράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The book painted the picture of the ideal family.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
acrylic paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (synthetic art medium)ακρυλικό χρώμα επίθ + ουσ ουδ
  ακρυλική μπογιά επίθ + ουσ θη
coat of paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (layer of paint)χέρι, στρώμα χρώματος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 That door needs another coat of paint.
dazzle-paint vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (warship: paint with camouflage) (στο πολεμικό ναυτικό)βάφω με χρώματα καμουφλάζ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  βάφω παραλλαγή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
emulsion,
emulsion paint
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(emulsion paint)υδρόχρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μπογιά με βάση το νερό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)χρώμα γαλακτώματος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  χρωστικό γαλάκτωμα επίθ + ουσ ουδ
 The painters applied white emulsion to the walls of the living room.
face paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paints for decorating face)βαφή προσώπου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
finger paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paint children apply with fingers)μπογιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 The child smeared the blobs of brightly colored finger paint all over the paper.
finger paint viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (use fingers to apply paint)ζωγραφίζω με τα χέρια ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 When he finger paints, he uses his fingers, the side of his hand, and even his forearm.
gloss paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paint: shiny)γυαλιστερή μπογιά επίθ + ουσ θηλ
  γυαλιστερή βαφή επίθ + ουσ θηλ
greasepaint,
grease paint,
grease-paint
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(stage make-up) (θεατρικό)μακιγιάζ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  λιπαρό μέικ απ για θεατρικό μακιγιάζ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
high gloss,
high gloss paint
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(shiny paint)γυαλιστερός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I'd like high gloss paint for the window trim in my living room.
latex paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paint containing a rubber binder)χρώμα με κόμμι/λατέξ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The flat roof was leaking so we gave it a coat of latex paint.
lead-based paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wet pigment containing lead)χρώμα με βάση το μόλυβδο, χρώμα με μόλυβδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μπογιά με μόλυβδο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Old houses often have dangerous lead-based paint on the walls.
lick of paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (light coat of paint)πέρασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά: πέρασμα)χέρι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (κατά λέξη)πέρασμα μπογιάς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κατά λέξη)χέρι μπογιά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 This door could do with a fresh lick of paint.
 Αυτή η πόρτα χρειάζεται ένα φρέσκο πέρασμα μπογιάς.
oil nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (painting medium)ελαιόχρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I sometimes paint in watercolor, but I prefer oil.
oils nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." often plural (painting medium)λαδομπογιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (επίσημο)ελαιόχρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The artist was known mostly for painting in oils.
 Ο καλλιτέχνης ήταν γνωστός κυρίως για τη ζωγραφική του με λαδομπογιές.
oil paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (for art)λαδομπογιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ελαιόχρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Many artists prefer to use oil paint, while others prefer watercolors or acrylics.
 Πολλοί ζωγράφοι προτιμούν τη χρήση λαδομπογιάς ενώ άλλοι προτιμούν τη νερομπογιά ή τις ακρυλικές μπογιές.
paint a picture v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (create an image in paint)ζωγραφίζω μια εικόνα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
paint a picture v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (describe or depict [sth](μεταφορικά)ζωγραφίζω μία εικόνα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 No more job means no more paycheck, which means we cannot go to Hawaii this spring. Do I need to paint a picture for you?
paint brush,
paintbrush
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(tool for applying pigment)βούρτσα βαψίματος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I'm not into painting much but I do have a good collection of paint brushes.
paint can nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tin container holding paint)δοχείο χρώματος, δοχείο μπογιάς περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
paint roller nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool for rolling paint onto walls)κύλινδρος βαφής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ρολό βαφής ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 A paint roller is useful for painting large areas. I am using a paint roller to paint the wall of my bedroom.
paint scraper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool for scratching off paint)ξύστρα χρώματος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
paint the town red v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (celebrate, party) (μεταφορικά)ξεφαντώνω, γλεντάω, γλεντοκοπάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)το ρίχνω έξω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 To celebrate their win, the whole football team went out to paint the town red.
 Για να γιορτάσουν τη νίκη τους, ολόκληρη η ποδοσφαιρική ομάδα βγήκε να ξεφαντώσει.
paint thinner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (solvent for diluting paint)διαλυτικό χρώματος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The painter told me he needed more paint thinners as he used the whole bottle cleaning his brushes.
poster paint,
poster color (US),
poster colour (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(brightly colored paint)μπογιά ζωγραφικής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
spray paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paint in aerosol form)σπρέι βαφής φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
spray paint [sth],
spray-paint [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(paint using an aerosol)βάφω με σπρέι, βάφω με αερογράφο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She spray-painted her car but it looks very blotchy.
war paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (warriors' face paint)πολεμική βαφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The Apache warrior was wearing war paint and an elaborate headdress.
war paint nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative, humorous (make-up) (μεταφορικά)πολεμική βαφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Susan put on her full war paint for the grand ball.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση paint horse στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'paint horse'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης