Ο όρος 'pains' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'pain'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'pains' is an alternate term for 'pain'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sensation: discomfort)πόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (επίσημο)άλγος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He had a pain in his leg after the game.
 Μετά τον αγώνα, ένιωθε έναν πόνο στο πόδι.
pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (mental distress) (μεταφορικά)πόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (συνήθως στον πληθυντικό)βάσανα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (μεταφορικά)χύνω δάκρυα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We had to go through a lot of pain to get to where we are in life.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι τσακωμοί των γονιών προκαλούν μεγάλο πόνο στα παιδιά.
 Χρειάστηκε να περάσουμε πολλά βάσανα για να φτάσουμε εδώ που είμαστε στη ζωή.
 Χρειάστηκε να χύσουμε πολλά δάκρυα για να φτάσουμε εδώ που είμαστε στη ζωή.
pain [sb] to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (cause mental pain)πονάω να κάνω κτ, πληγώνομαι να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  με πονάει να κάνω κτ, με πληγώνει να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It pains me to see you do embarrassing things like that.
 Πονάω να σε βλέπω να γελοιοποιείσαι έτσι.
 Με πονάει να σε βλέπω να γελοιοποιείσαι έτσι.
pain,
a pain
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, figurative (nuisance) (καθομιλουμένη)μπελάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 That guy is such a pain. I don't want to go out with him again.
 Αυτός ο τύπος είναι μπελάς. Δε θέλω να ξαναβγώ μαζί του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pains nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (great care)προσπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  φροντίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The excellent reviews of my book have rewarded all the pains I took in researching and writing it.
pains nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (contractions during labor)πόνοι ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (επίσημο)ωδίνες ουσ θηλ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 When the pains are coming five minutes apart, it is time to call the midwife.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
acute pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (severe, sharp physical discomfort) (πόνος)έντονος, δριμύς, οξύς, διαπεραστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Fiona felt an acute pain in her right leg.
agonizing pain,
also UK: agonising pain
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(extreme physical discomfort)έντονος πόνος, δυνατός πόνος επίθ + ουσ αρσ
  (πιο έντονο)ανυπόφορος πόνος επίθ + ουσ αρσ
 The agonizing pain of the injury caused her to scream uncontrollably.
body pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (severe physical discomfort)σωματικός πόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The patient has been suffering from severe body pains.
bone pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ache in bones)πόνος στα κόκκαλα ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My mother is suffering from bone pain; she can't move her legs because it hurts so much.
burning pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pain with a hot sensation)καυστικός πόνος επίθ + ουσ αρσ
  (επίσημο)καυστικό άλγος επίθ + ουσ ουδ
cause [sb] pain,
cause pain to [sb]
vtr + n
(hurt physically)προκαλώ πόνο ρ εκφρ
 As a nurse, I sometimes had to perform procedures that caused people pain.
cause [sb] pain,
cause pain to [sb]
vtr + n
(torment, hurt emotionally)πληγώνω συναισθηματικά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Although I didn't want to cause him pain, I felt that I had no choice but to tell him about his wife's infidelity.
chest pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (severe discomfort in upper abdomen)πόνος στο στήθος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)θωρακικό άλγος επίθ + ουσ ουδ
 A heart attack causes chest pain.
crushing pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (painful sensation of pressure)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
double up with pain v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (bend forward in sudden pain)διπλώνομαι από πόνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Each time the cramp returned he would scream and double up with pain.
feel pain vtr + n (suffer intense discomfort)αισθάνομαι πόνο ρ μ + ουσ αρσ
  πονάω, πονώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Scientists do not agree on whether insects feel pain.
growing pains nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (adolescent: difficulties)δυσκολίες της εφηβείας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He's just jumping into adolescence and he's trying to deal with the growing pains.
growing pains nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (child: aching limbs)πόνοι ανάπτυξης φρ ως ουσ αρσ πλ
 About 20 per cent of young school children suffer growing pains.
growing pains nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (new business: difficulties)δυσκολίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη νέας επιχείρησης β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The first year of operation has been full of adjusting to the growing pains of the business.
in pain adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (suffering)που πονάει επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, επιθετικός προσδιορισμός
 I hate seeing my daughter in pain.
be in pain v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (suffer intense discomfort)πονάω, πονώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She was in pain after her neck injury.
inflict pain on [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (cause suffering)προκαλώ πόνο ρ μ + ουσ αρσ
 Torture is designed to inflict pain on somebody.
joint pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (arthritis)αρθραλγία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πόνος στις αρθρώσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
lower back pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (discomfort in lowest part of the back)πόνος στη μέση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Poor posture can result in lower back pain.
on pain of death advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on the threat of execution)αλλιώς πέθανες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μτφ, καθομ: όρκος)αλλιώς σε σκότωσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Σε σκότωσα αν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Don't tell anyone we're eloping, on pain of death!
pain chain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (vicious circle or cycle) (μεταφορικά, αργκό)λούκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  φαύλος κύκλος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
pain chain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tedious procedure or process) (μεταφορικά, αργκό)λούκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά, καθομ)βραχνάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)μπελάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
pain in the ass (US),
pain in the arse (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
vulgar, figurative, slang (source of annoyance)κακός μπελάς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, άκομψο, μεταφορικά)κακό σπυρί στον κώλο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)βραχνάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My boss is always looking over my shoulder and is starting to become a real pain in the ass.
 Το αφεντικό μου συνεχώς παρακολουθεί τι κάνω και αρχίζει πραγματικά να γίνεται κακός μπελάς (or: βραχνάς).
pain in the neck nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (source of annoyance) (μεταφορικά)κακός μπελάς, βραχνάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Filling out the forms for my recent insurance claim was a real pain in the neck.
 Το να συμπληρώσω τα έντυπα για την πρόσφατη αίτηση αποζημίωσης ήταν σκέτος βραχνάς.
pain killer,
painkiller
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(analgesic drug)παυσίπονο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She was prescribed painkillers after her surgery.
pain pill nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (analgesic tablet, painkiller)αναλγητικό, παυσίπονο επίθ ως ουσ ουδ
  αναλγητικό χάπι, παυσίπονο χάπι επίθ + ουσ ουδ
 I took a pain pill for my headache.
pain threshold nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (limit: pain tolerance)όριο πόνου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (επίσημο)ουδός του πόνου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 She has a very high pain threshold.
pain-free adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (feeling no pain)που δεν πονάει, που δεν πονά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
pain-free adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (causing no pain)ανώδυνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
sharp pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (acute and severe physical discomfort)έντονος πόνος, σφάχτης, σουβλιά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The sharp pain in his chest indicated a possible heart attack.
shooting pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pain: sharp)διαπεραστικός πόνος επίθ + ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)σουβλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  σούβλισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 James went to the emergency room because of the shooting pains in his back.
stabbing pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sudden, intense pain in one spot)διαξιφιστικός πόνος επίθ + ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη)σουβλιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
suffer pain vtr + n (endure physical discomfort)πονάω, πονώ, υποφέρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I'm suffering pain in all my joints, Doctor.
suffer pain vtr + n (endure psychological torment) (ψυχολογικά)πονάω, πονώ, υποφέρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He suffered much pain following the death of his wife.
throbbing pain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (recurrent ache) (επίσημο)σφύζων πόνος επίθ + ουσ αρσ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει κάποιος αντίστοιχος όρος για την καθομιλουμένη. Θα το περιγράφαμε ως έντονο, δυνατό ή κάτι άλλο πιο γενικό.
 I've had a throbbing pain in my arm all day long. Ever since I fell I've had a throbbing pain in my head.
writhe in pain,
writhe in agony
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(squirm, twist in pain)σφαδάζω από τους πόνους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pains' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pains στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'pains'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης