Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

paddle tumbler


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο paddle παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: tumbler

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oar for a canoe, etc.)κουπί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Justin lost his paddle and found himself at the mercy of the current.
 Ο Τζάστιν έχασε το κουπί του και βρέθηκε στο έλεος του ρεύματος.
paddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (table-tennis bat)ρακέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Audrey raised her paddle, ready for the game.
 Η Ώντρεϋ σήκωσε τη ρακέτα της, έτοιμη για το παιχνίδι.
paddle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (row using a paddle)κάνω κουπί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κωπηλατώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Megan paddled along the river.
 Η Μέγκαν έκανε κουπί κατά μήκος του ποταμού.
paddle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (row: a canoe, etc.) (κωπηλατώντας)οδηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κωπηλατώ με κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Patrick paddled his canoe downstream.
 Ο Πάτρικ κωπηλάτησε με το κανώ του προς τα κατάντη του ποταμού.
paddle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (swim like a dog) (κατά λέξη: στο νερό)κολυμπάω σαν σκύλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)πλατσουρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Ian can't really swim yet, but he paddles.
 Ο Ίαν δεν ξέρει ακόμα να κολυμπάει, αλλά πλατσουρίζει.
paddle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (walk in shallow water)πλατσουρίζω, τσαλαβουτάω, τσαλαβουτώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The children took their buckets and spades down the beach to paddle in the sea.
 Τα παιδιά πήραν τα κουβαδάκια και τα φτυαράκια τους στην παραλία για να πλατσουρίσουν στη θάλασσα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
paddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flat bladed tool)φτερό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You can make the dough in your food processor if it has a paddle.
paddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blade of a paddle wheel)πτερύγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The paddles turn and the boat moves through the water.
paddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (blade of a waterwheel)πτερύγιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κουπί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 As the wheel turns, water runs off its paddles.
paddle [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal (child: punish by smacking) (καθομιλουμένη)τις βρέχω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (πιο σκληρό)κοπανάω, βαράω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Your dad's going to paddle you when he finds out about this!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
canoe paddle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oar for rowing a canoe)κουπί για κανό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I have a standard straight canoe paddle, but my husband swears by his odd bent-shaft paddle.
paddle boat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small boat with pedals)τροχήλατη βάρκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)ποδήλατο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
paddle steamer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (steamboat)ατμοκίνητο τροχήλατο πλοίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
paddle tennis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tennis-like sport played with bats)τένις ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 She preferred playing paddle tennis, as it was less exhausting than the larger court used in regular tennis.
paddle wheel nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wheel that propels a paddle boat)ρόδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
up s*** creek without a paddle exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." vulgar, figurative, slang (in trouble) (καθομιλουμένη)την έβαψα εκφρ
  σε μπελάδες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, χυδαίο)τη γάμησα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση paddle tumbler στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'paddle tumbler'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης