overwhelmed

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌəʊvərˈhwɛlmd/


Σε αυτή τη σελίδα: overwhelmed, overwhelm

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
overwhelmed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (have too much)γεμάτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά: με κτ)φορτωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μεταφορικά: σε κτ)πνιγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (μεταφορικά: για δυστυχία, κακό)που κτ τον ξεπερνά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
overwhelmed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (feeling)συναισθηματικά φορτισμένος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (από κτ κακό)καταβεβλημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (πιο έντονο: από κτ κακό)συντετριμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (από κτ καλό)ενθουσιασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
overwhelm [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (overpower emotionally) (μτφ: αρνητικό)κυριεύω, καταλαμβάνω, καταβάλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συνταράσσω, συγκλονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κτ με ξεπερνάει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μτφ: θετικό)πλημμυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sorrow overwhelmed Henry and he broke down in tears.
 Η λύπη κατέβαλε τον Χένρυ και ξέσπασε σε κλάματα.
overwhelm [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (overburden) (μεταφορικά)φορτώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ: εγώ ο ίδιος)είμαι φορτωμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (μτφ: εγώ ο ίδιος)πνίγομαι σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Maggie is overwhelmed with work at the moment.
 Η Μάγκυ είναι πνιγμένη στη δουλειά αυτή τη στιγμή.
overwhelm [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (overpower) (κάτι)κυριεύω, καταλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάποιου)υπερισχύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάποιον)κατατροπώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The army overwhelmed the enemy's bases.
 Ο στρατός κατέλαβε τις βάσεις του εχθρού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'overwhelmed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: was overwhelmed at the [reception, applause, welcome], feel (a little) overwhelmed, was [clearly visibly, naturally] overwhelmed, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση overwhelmed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'overwhelmed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης