overcharge

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌəʊvərˈtʃɑːrdʒ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/v. ˌoʊvɚˈtʃɑrdʒ; n. ˈoʊvɚˌtʃɑrdʒ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. ō′vər chärj; n. ōvər chärj′)



Inflections of 'overcharge' (v): (⇒ conjugate)
overcharges
v 3rd person singular
overcharging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
overcharged
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
overcharged
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
overcharge [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (charge too much)υπερχρεώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  χρεώνω υπερβολικά ακριβά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The merchants at the market deliberately overcharge tourists.
overcharge [sb] for [sth] vtr + prep (charge too much for)υπερχρεώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  χρεώνω υπερβολικά ακριβά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The dealership overcharged me for my car, but it was my own fault for not negotiating.
overcharge viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (charge a high price)υπερχρεώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χρεώνω υπερβολικά ακριβά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
overcharge for [sth] vi + prep (charge a high price for)υπερχρεώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  χρεώνω υπερβολικά ακριβά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The fancy restaurant overcharges for such small portions.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'overcharge' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
rob

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση overcharge στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'overcharge'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης