overact

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌəʊvərˈækt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌoʊvɚˈækt/ ,USA pronunciation: respelling(ō′vər akt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
overact viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be overly theatrical) (θέατρο)υπερβάλλω στην ερμηνεία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The hero in the play overacted the role.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'overact' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση overact στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'overact'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης