outwit

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌaʊtˈwɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌaʊtˈwɪt/ ,USA pronunciation: respelling(out′wit)


Inflections of 'outwit' (v): (⇒ conjugate)
outwits
v 3rd person singular
outwitting
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
outwitted
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
outwitted
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outwit [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be more clever than)υπερέχω σε εξυπνάδα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεπερνάω σε πονηριά, ξεπερνώ σε πονηριά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The chess player outwitted his opponent.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'outwit' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outwit στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outwit'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης