outspread

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌaʊtˈsprɛd/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈaʊtˌsprɛd/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. out′spred; adj. outspred; n. outspred′)


Inflections of 'outspread' (v): (⇒ conjugate)
outspreads
v 3rd person singular
outspreading
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
outspread
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
outspread
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outspread adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (extended outwards)εξαπλωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  απλωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  επεκταμένος, επεκτεταμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outspread στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outspread'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης