outsize

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌaʊtˈsaɪz/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈaʊtˌsaɪz/ ,USA pronunciation: respelling(outsīz′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outsize,
outsized
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(extra-large)υπερμεγέθης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The outsize puppy still managed to be cute.
outsize adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (clothing: plus-size) (ρούχα)μεγάλων μεγεθών έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'outsize' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outsize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outsize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης