outrun

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌaʊtˈrʌn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌaʊtˈrʌn/ ,USA pronunciation: respelling(out′run)

Inflections of 'outrun' (v): (⇒ conjugate)
outruns
v 3rd person singular
outrunning
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
outran
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
outrun
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outrun [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (run faster than)ξεπερνώ στο τρέξιμο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ξεπερνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A dog will outrun a cat every time.
outrun [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (escape from)ξεφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The criminals managed to outrun the police.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'outrun' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outrun στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outrun'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης