outright

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsadverb: /ˌaʊtˈraɪt/ /ˈaʊtraɪt/, adjective: /ˈaʊtraɪt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/adj. ˈaʊtˌraɪt; adv. ˈaʊtˈraɪt, -ˌraɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(adj. outrīt′; adv. outrīt, -rīt′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outright advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (completely)πλήρως, εντελώς, απολύτως, απόλυτα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We don't have a mortgage on our house; we own it outright.
 Δεν έχουμε υποθήκη στο σπίτι μας. Είναι εντελώς δικό μας.
outright advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (openly, blatantly)ευθέως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ανοιχτά, ειλικρινά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  στα ίσια φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Then George said outright that he'd never liked Lucy.
 Μετά ο Τζωρτζ είπε ευθέως πως ποτέ δεν του άρεσε η Λούσυ.
outright advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (immediately)απευθείας, αμέσως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  στη στιγμή φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  ακαριαία επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πάραυτα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The crash killed two victims outright and three others died later in hospital.
 Στο αυτοκινητιστικό σκοτώθηκαν ακαριαία δύο άνθρωποι και τρεις άλλοι πέθαναν αργότερα στο νοσοκομείο.
outright adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (unconditional) (καθομιλουμένη)ξεκάθαρος, καθαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ρητός, αδιαφιλονίκητος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There were no outright winners in this election, so we will have to hold a run-off.
 Δεν υπάρχουν ξεκάθαροι νικητές σε αυτές τις εκλογές, και έτσι πρέπει να γίνουν επαναληπτικές.
outright adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (open, direct)απόλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομ, μεταφορικά)καθαρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She encountered everything from snubs to outright hostility.
 Συνάντησε τα πάντα από περιφρόνηση μέχρι καθαρή εχθρικότητα.
outright adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (complete, total)κατάφωρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)πέρα για πέρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They were accused of telling outright lies.
 Κατηγορήθηκαν για κατάφωρα ψεύδη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'outright' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an outright [failure, flop, disaster, defeat], is an outright mess, an outright [rejection, rebuke, refusion, denial] (of), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outright στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outright'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης