outreach

Listen:

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/v. ˌaʊtˈritʃ; n., adj. ˈaʊtˌritʃ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. out′rēch; n., adj. outrēch′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outreach [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (exceed)ξεπερνάω, ξεπερνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)υπερβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Demand for the new phone has outreached our supply.
 Η ζήτηση για το νέο μας τηλέφωνο έχει ξεπεράσει την προσφορά.
 Η ζήτηση για το νέο μας τηλέφωνο έχει υπερβεί την προσφορά.
outreach nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (extent of reach) (επίσημο)έκταση δραστηριότητας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Our outreach includes five surrounding communities.
 Η έκταση της δραστηριότητάς μας περιλαμβάνει πέντε γειτονικές κοινότητες.
outreach nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (community involvement)κοινωνική δραστηριότητα επίθ + ουσ θηλ
  εύρος δράσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  (πόσο ρόλο παίζει)επιρροή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This year the church hopes to increase its community outreach.
 Αυτόν τον χρόνο η εκκλησία ελπίζει να αυξήσει την κοινωνική της δραστηριότητα στην κοινότητα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
outreach worker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (worker who serves community)εργαζόμενος εξωτερικού πεδίου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: the [Evangelist, Anglican] outreach, her ambition outreaches her [wisdom, ability, popularity] (of), the [writer's, novelist's] (broad) outreach, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outreach στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outreach'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης