outrageous

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/aʊtˈreɪdʒəs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/aʊtˈreɪdʒəs/ ,USA pronunciation: respelling(out rājəs)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outrageous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (act, speech: shocking, offensive)απαράδεκτος, εξωφρενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εξοργιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)ξεδιάντροπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 John was rude all evening; his behaviour was outrageous.
 Ο Τζον ήταν αγενής όλο το βράδυ. Η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη.
outrageous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very wrong)αποτρόπαιος, αποκρουστικός, σοκαριστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (λόγιος)ειδεχθής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The crimes committed during this war are outrageous.
 Τα εγκλήματα που διεπράχθησαν σε αυτόν τον πόλεμο είναι ειδεχθή.
outrageous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (behaviour, style: extravagant)εξωφρενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομ, αποδοκιμασίας)ξεδιάντροπος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Alison wears the most outrageous clothes.
 Η Άλισον φορά τα πιο εξωφρενικά ρούχα.
outrageous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (price, amount: high)εξωφρενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 £300 for that old piece of junk? That's outrageous.
 300 λίρες για αυτό το παλιόπραγμα; Αυτό είναι εξωφρενικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outrageous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: very funny)ξεκαρδιστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Richard says the funniest things; he's absolutely outrageous!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'outrageous' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an outrageous [comment, remark, suggestion], an outrageous [law, decision, ruling], an outrageous [bonus, salary, income], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outrageous στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outrageous'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης