outraged

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈaʊtreɪdʒd/

From the verb outrage: (⇒ conjugate)
outraged is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: outraged, outrage

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outraged adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (angered, aggrieved)έξαλλος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  εξοργισμένος, οργισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 We were outraged that the authorities didn't respond.
 Ήμασταν έξαλλοι επειδή δεν αντέδρασαν οι αρχές.
 Ήμασταν εξοργισμένοι (or: οργισμένοι) επειδή δεν αντέδρασαν οι αρχές.
outraged adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (shocked, offended) (επίσημο)προσβεβλημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  σοκαρισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Outraged audience members began to stream out of the theatre.
 Τα προσβεβλημένα μέλη του κοινού άρχισαν να κινούνται μαζικά προς την έξοδο του θεάτρου.
 Τα σοκαρισμένα μέλη του κοινού άρχισαν να κινούνται μαζικά προς την έξοδο του θεάτρου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outrage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (anger, offense)οργή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πιο ήπιο)θυμός, εκνευρισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μαζική)κατακραυγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Hilary's outrage grew when she read about the latest atrocities.
 Η οργή της Χίλαρυ αυξήθηκε όταν διάβασε για τις τελευταίες βιαιοπραγίες.
outrage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (very offensive act) (συναίσθημα που προκαλεί)αίσχος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ντροπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  απαράδεκτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (η ίδια η πράξη)αγριότητα, βαναυσότητα, ωμότητα, βαρβαρότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The killing of civilians during this war is an outrage.
 Ο θάνατος αμάχων κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου είναι ένα αίσχος.
outrage nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (morally indefensible act)αίσχος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ντροπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  απαράδεκτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It's an outrage that the boss fired Dawn.
 Είναι αίσχος που ο προϊστάμενος απέλυσε την Ντων.
outrage [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (anger, offend [sb])εξοργίζω, εξαγριώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με γενική)προκαλώ την οργή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Owen was outraged by Lucy's behaviour.
 Ο Όουεν εξαγριώθηκε με τη συμπεριφορά της Λούσυ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'outraged' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outraged στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outraged'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης