outpouring

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈaʊtpɔːrɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈaʊtˌpɔrɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(outpôr′ing, -pōr′-)

Σε αυτή τη σελίδα: outpouring, outpour

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
an outpouring of [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (of grief, sympathy, etc.) (μεταφορικά)ξεχείλισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ξέσπασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά)έκρηξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 After her father died, Jessica received an outpouring of sympathy from her friends.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outpour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of flowing out)εκροή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  έκχυση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
outpour nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] flowing out)εκροή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'outpouring' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outpouring στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outpouring'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης