outgrow

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌaʊtˈgrəʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌaʊtˈgroʊ/ ,USA pronunciation: respelling(out′grō)

Inflections of 'outgrow' (v): (⇒ conjugate)
outgrows
v 3rd person singular
outgrowing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
outgrew
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
outgrown
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outgrow [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (clothing: grow too big for)δε χωράω, δε χωρώ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My son outgrew his baby clothes in just a few months.
outgrow [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (grow too mature for)παραμεγαλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι πολύ μεγάλος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Veronica outgrew Barbie dolls when she was thirteen.
outgrow [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (grow taller than)ξεπερνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Εννοείται ξεπερνώ σε ύψος.
 Gary was embarrassed when his sister outgrew him.
outgrow [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (become too numerous for)είμαι πολύ μεγάλος για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δε χωράω σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κτ είναι πολύ μικρό για μένα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When they found out they were expecting their third child, Dave and Emily realized their family had outgrown their current house.
outgrow [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (recover from [sth] as you grow)ξεπερνώ μεγαλώνοντας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Many children outgrow early allergies.
 Μεγαλώνοντας, πολλά παιδιά ξεπερνούν τις νηπιακές αλλεργίες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'outgrow' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outgrow στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'outgrow'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης