otherworldly

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌʌðərˈwɜːrldli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈʌðɚˈwɝldli/ ,USA pronunciation: respelling(uᵺər wûrldlē)

Σε αυτή τη σελίδα: otherworldly, other-worldly

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
otherworldly adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (ethereal, mystical)από άλλο κόσμο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (υποτιμητικό)αλλοπαρμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'otherworldly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση otherworldly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'otherworldly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης