organized

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɔːrgənaɪzd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɔrgəˌnaɪzd/ ,USA pronunciation: respelling(ôrgə nīzd′)

From the verb organize: (⇒ conjugate)
organized is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US & UK)
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US & UK)
Σε αυτή τη σελίδα: organized, organize

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
organized,
also UK: organised
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(person: efficient)οργανωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 She's very organized: I think she'd make a good manager.
 Είναι πολύ οργανωμένη. Νομίζω πως θα γινόταν καλή μάνατζερ.
organized,
also UK: organised
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(objects: in order)οργανωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  τακτοποιημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Nothing was ever organized in his study.
 Τίποτα δεν ήταν ποτέ οργανωμένο στο γραφείο του.
organized,
also UK: organised
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(religion: institutionalized) (επίσημο)θεσμοποιημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Organized religions emphasize group worship and activity.
 Οι θεσμοποιημένες θρησκείες δίνουν έμφαση στην ομαδική λατρεία και δραστηριότητα.
organized,
also UK: organised
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(crime: structured) (έγκλημα)οργανωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Organized gangs moved into the area after the war.
 Το οργανωμένο έγκλημα μεταφέρθηκε στην περιοχή μετά τον πόλεμο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
organize [sth],
also UK: organise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(event: arrange)διοργανώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συνήθως για πιο απλές εκδηλώσεις)οργανώνω, σχεδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Bill is organising Ellen's fiftieth birthday party. Vanessa is organizing the company's AGM.
 Ο Μπιλ σχεδιάζει το πάρτι γενεθλίων για τα 50 χρόνια της Έλεν. Η Βανέσσα οργανώνει την ετήσια γενική συνέλευση της εταιρείας.
organize [sb],
also UK: organise [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(people: co-ordinate)οργανώνω, συντονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The tour guide organises her group before setting off.
 Η ξεναγός συντονίζει το γκρουπ της πριν την αναχώρηση.
organize [sth],
also UK: organise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(tidy, put [sth] in order)οργανώνω, τακτοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  βάζω σε τάξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (σε σειρά)ταξινομώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Lucas is organizing his books.
 Ο Λούκα τακτοποιεί τα βιβλία του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
organize,
also UK: organise
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(form a trade union)οργανώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συνδικαλίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The workforce organized.
organize [sth/sb],
also UK: organise [sth/sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(form a group)οργανώνω, συστήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Carl is organizing a committee to look at cost efficiency within the company.
organize [sb/sth],
also UK: organise [sb/sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(enlist in a trade union) (σε σωματείο)οργανώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συνδικαλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Union reps organised the workforce.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
organized | organize
ΑγγλικάΕλληνικά
organized crime,
also UK: organised crime
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(crime by groups)οργανωμένο έγκλημα μτχ πρκ + ουσ ουδ
 Illegal drugs are often brought into the country by organized crime.
organized labor (US),
organized labour,
organised labour (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(workers belonging to a union)εργατικό σωματείο επίθ + ουσ ουδ
  οργανωμένοι εργαζόμενοι φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 Economists have long debated the impact of organized labour on workplace productivity.
well-organized,
well organized,
also UK: well-organised,
well organised
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(event, etc.: coordinated efficiently)καλά οργανωμένος, καλά σχεδιασμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)καλοοργανωμένος, καλοσχεδιασμένο μτχ χπρκ
well-organized,
well organized,
also UK: well-organised,
well organised
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(objects: tidy, in order)τακτοποιημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  σε τάξη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καλά οργανωμένος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  (καθομιλουμένη)καλοοργανωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'organized' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: am (not) a very organized person, an organized [desk, office, system, group], organized for [simplicity, easy access], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση organized στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'organized'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης