organization

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɔːrgənaɪˈzeɪʃən/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌɔrgənəˈzeɪʃən/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(ôr′gə nə zāshən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
organization,
also UK: organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(company, group)οργάνωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (σαν εταιρεία, με κανονισμούς)οργανισμός ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Our organisation promotes women's rights.
 Η οργάνωσή μας προωθεί τα δικαιώματα των γυναικών.
organization,
also UK: organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(planning)διοργάνωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (δημιουργία)οργάνωση, σύσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Sophie is in charge of the organization of a committee to look into developing new business areas.
 Η Σόφι είναι υπεύθυνη για την οργάνωση μιας επιτροπής που θα εξετάσει την ανάπτυξη νέων τομέων επιχειρηματικότητας.
organization,
also UK: organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(coordinating people)οργάνωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  συντονισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Organization of this group of tourists was a hard job for the tour guide.
 Η οργάνωση αυτού του γκρουπ τουριστών ήταν σκληρή δουλειά για τον ξεναγό.
organization,
also UK: organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(arrangement)οργάνωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τακτοποίηση, ταξινόμηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη: η διαδικασία)τακτοποίημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Alison is supervising the organization of the tables and chairs for the dinner. Jim dedicated the afternoon to the organization of his CD collection.
 Η Άλισον επιβλέπει την οργάνωση των τραπεζιών και των καρεκλών για το δείπνο. Ο Τζιμ αφιέρωσε το απόγευμα στην οργάνωση της συλλογής με τα CD του.
organization,
also UK: organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(company hierarchy)οργάνωση, δομή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This chart shows the company's organisation, from the CEO down to the office junior.
 Αυτό το διάγραμμα δείχνει την οργάνωση της εταιρείας από τον CEO μέχρι τον κατώτατο υπάλληλο γραφείου.
organization,
also UK: organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(structure)δομή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The organisation of the digestive system allows food to be broken down efficiently.
 Η δομή του πεπτικού συστήματος επιτρέπει την αποτελεσματική διάσπαση της τροφής.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
disability organization,
also UK: disability organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(association: disabled rights)οργάνωση ατόμων με αναπηρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνομοσπονδία ατόμων με αναπηρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Disability organizations are calling for better access to public services.
front organization,
also UK: front organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(business: cover-up) (μεταφορικά: συγκάλυψη)βιτρίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
grassroots organization (US),
grass-roots organization,
grass-roots organisation (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(local political group)τοπική οργάνωση λαϊκής βάσης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
ILO nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (International Labour Organization)Διεθνής Οργάνωση Εργασίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Σχόλιο: The ILO is a United Nations agency.
International Labour Organization,
also US: International Labor Organization
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(UN work agency)Διεθνής Οργανισμός Εργασίας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The International Labour Organization, or ILO, seeks the promotion of social justice and internationally recognized human and labour rights.
 Ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας ή ΔΟΕ ασχολείται με την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και αναγνώρισε παγκοσμίως τα ανθρώπινα και εργασιακά δικαιώματα.
nongovernmental organization,
also UK: non-governmental organization,
non-governmental organisation,
nongovernmental organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(activism: independent group)μη κυβερνητική οργάνωση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (συντομογραφία)ΜΚΟ ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They are a non-governmental organization who are attempting to change the way America views the world.
nonprofit organization (US),
non-profit organization,
non-profit organisation (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law: no profit motive)μη κερδοσκοπικός οργανισμός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  μη κερδοσκοπική οργάνωση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
organization chart,
also UK: organisation chart
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(diagram of hierarchy)διάγραμμα ιεραρχίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  οργανόγραμμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
organization development,
also UK: organisation development
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(improvement of an organization)ανάπτυξη οργάνωσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
organization development,
also UK: organisation development
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(act of improving an organization)ανάπτυξη οργάνωσης, βελτίωση οργάνωσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
organization name,
also UK: organisation name
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(name of a company, group)όνομα οργανισμού, ονομασία οργανισμού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  όνομα οργάνωσης, ονομασία οργάνωσης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
organization structure,
also UK: organisation structure
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(company hierarchy)δομή της οργάνωσης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δομή του οργανισμού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
PLO nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (Palestine Liberation Organization)Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
self-regulatory organization,
self-regulatory organisation
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (regulator of investment markets)αυτορρυθμιζόμενος οργανισμός επίθ + ουσ αρσ
  αυτόνομος οργανισμός ελέγχου της αγοράς φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
United Nations,
United Nations Organization
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(international peace-keeping organization)Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (καθομιλουμένη)Ηνωμένα Έθνη φρ ως ουσ ουδ πλ
 The United Nations was founded in 1945.
WHO nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (World Health Organization) (αρκτικόλεξο)Π.Ο.Υ. ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The WHO recommends that you eat vegetables.
 Ο Π.Ο.Υ. συνιστά να τρώμε λαχανικά.
World Health Organization nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (UN agency)Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
WTO nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (World Trade Organization) (συντομογραφία)ΠΟΕ ουσ αρσ άκλουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Trade Ministers from the 149 member states of the WTO met in Hong Kong.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'organization' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an organization that helps to [promote, create, encourage], an organization that [promotes], the organization is dedicated to [promoting], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση organization στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'organization'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης