or

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations strong: /ˈɔːr/, weak: /ər/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ɔr; unstressed ɚ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'OR': (ôr); 'or': (ôr; unstressed ər)



Σε αυτή τη σελίδα: or, OR

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
or conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (connects alternatives)ή σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 Do you want the green or the blue?
 Θέλεις το πράσινο ή το μπλε;
or conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (connects alternative terms for [sth])ή σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
  ή αλλιώς, ή διαφορετικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The islands are known as The Falklands, or Las Islas Malvinas.
 Τα νησιά είναι γνωστά ως Νήσοι Φώκλαντ ή Νήσοι Μαλβίνες.
or conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (correlative)είτε, ή σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 You should either call him or send him an email.
 Θα έπρεπε είτε να του τηλεφωνήσεις είτε να του στείλεις ένα email.
or conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (correction)ή μάλλον, ή καλύτερα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μάλλον, καλύτερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I don't like coffee. Or I do, but only when it's very weak.
 Δεν μου αρέσει ο καφές. Η μάλλον μου αρέσει, αλλά μόνο όταν είναι πολύ ελαφρύς.
or conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (approximation) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Συνήθως μπαίνει μια παύλα ανάμεσα στους δύο αριθμούς.
 I'll be back in two or three minutes.
 Επιστρέφω σε δυο-τρία λεπτά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
OR,
Ore,
Ore.,
Oreg,
Oreg.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, abbreviation (US state: Oregon) (Πολιτεία των ΗΠΑ)Όρεγκον ουσ ουδ κύρκύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.
  (σε διεύθυνση)OR ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 I live in Portland, Ore. Address the letter to Salem, OR.
 Ζω στο Πόρτλαντ του Όρεγκον.
 Στη διεύθυνση γράψε Salem, OR.
OR nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (operating room)χειρουργείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
or | OR
ΑγγλικάΕλληνικά
push [sth] or [sb] away vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (shove back)διώχνω, σπρώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
rise above [sth] or [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative (be unaffected by)ξεπερνάω, ξεπερνώ, υπερβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δεν επηρεάζομαι από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Prudence hoped she could rise above the petty gossip and narrow-minded behavior of those in the neighborhood.
root for [sb] or [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (support, cheer on)υποστηρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He always rooted for the underdog.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
or | OR
ΑγγλικάΕλληνικά
a dozen or so adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (around 12)περίπου μία ντουζίνα επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Can you please bring me back a dozen or so eggs from the grocery store?
 Μπορείς να μου φέρεις περίπου μια ντουζίνα αυγά από το κατάστημα;
and/or conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." informal (either or both)ή/και σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
Σχόλιο: Προσοχή στην αλλαγή της σειράς των λέξεων.
belay [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (secure with a rope) (με σχοινί)δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
believe it or not exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (though it may seem incredible)είτε το πιστεύεις είτε όχι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, όσο απίστευτο και αν ακούγεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αν θέλεις το πιστεύεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Χρησιμοποιούνται και στον πληθυντικό.
 Believe it or not, I just won the jackpot in the state lottery!
benumb [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make numb)μουδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ναρκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
besmear [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (soil, make dirty)λερώνω, βρωμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
besmirch [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (tarnish, smear) (μτφ)σπιλώνω, κηλιδώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ)αμαυρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ)λερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
black or white adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (clear cut)ξεκάθαρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
black or white adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (viewed simplistically)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακρίβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 There is no gray area here, it's black or white.
broadside [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hit on the side, esp vehicle) (με κάποιον, κάτι)συγκρούομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: κάποιον, κάτι)χτυπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κατά λέξη)χτυπώ στα πλάγια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
by hook or by crook advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (by any means necessary)με κάθε τρόπο, με κάθε δυνατό μέσο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
chloroform [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make unconscious using chloroform)αναισθητοποιώ με χλωροφόρμιο, ναρκώνω με χλωροφόρμιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)κοιμίζω με χλωροφόρμιο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Αν δεν ενδιαφέρει ο τρόπος, τότε μεταφράζεται απλώς ως αναισθητοποιώ, ναρκώνω, κοιμίζω.
class [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (classify) (σε κατηγορία)κατατάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κατηγοριοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ταξινομώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: σε κατηγορία)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I would class him as studious but shy.
come hell or high water advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (whatever the difficulties)βρέξει χιονίσει, ότι και να γίνει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Come hell or high water, I am going to finish this marathon.
come rain or shine advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (whatever the weather)βρέξει χιονίσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Come rain or shine, we are going to the beach tomorrow!
come rain or shine advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (whatever happens) (μεταφορικά)βρέξει χιονίσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Come rain or shine, I will never abandon you.
do or die exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (critical situation) (κρίσιμη κατάσταση)ζήτημα ζωής και θανάτου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's do or die for our team today.
do-or-die adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (situation: critical)κρίσιμος, καθοριστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ή ταν ή επί τας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  όλα ή τίποτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Tomorrow's game is a do-or-die situation for the struggling team.
either [...] or conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (one or another) (διάζευξη: ή το ένα ή το άλλο)ή σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 Either you love me or you don't!
 Ή μ' αγαπάς ή δε μ' αγαπάς!
either/or,
either-or
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (with two choices) (με δύο επιλογές)διαζευκτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The issue often is presented as an either/or proposition: either you eagerly accept all technology, or you are behind the times.
 Το θέμα διατυπώνεται, συχνά, ως διαζευκτική επιλογή: είτε αποδέχεσαι πρόθυμα κάθε είδους τεχνολογία είτε είσαι παλιομοδίτης.
eviscerate [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (remove the substance of)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
fight or flight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (instinctive response)αντίδραση πάλης ή φυγής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  πάλη ή φυγή φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
fight-or-flight n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (denoting instinctive response)fight-or-flight ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  πάλη ή φυγή, μάχη ή φυγή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
for better or for worse advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (whatever the consequences)για καλό και για κακό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I will be your wife for better or for worse.
garden-variety,
common-or-garden
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (common, unexceptional)κοινός, συνήθης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  συνηθισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
give or take [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (plus or minus)λίγο πάνω, λίγο κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  πάνω κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I've been away from home for three months, give or take a few days.
 Λείπω από το σπίτι μου εδώ και τρεις μήνες, λίγες μέρες πάνω, λίγες μέρες κάτω.
 Λείπω από το σπίτι μου εδώ και τρεις μήνες, πάνω κάτω.
give or take exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (more or less)περίπου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πάνω κάτω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 My new car cost $9000, give or take.
heads or tails nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tossing coin to make decision)κορώνα ή γράμματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
heads or tails nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gambling game)κορώνα ή γράμματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
hit and miss,
hit-and-miss,
hit or miss,
hit-or-miss
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(unpredictable, unreliable)απρόβλεπτος, αμφίβολος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The weather is very hit and miss for July - rain one day, sunshine the next.
hit-or-miss,
hit-and-miss
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
informal (variable)απρόβλεπτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (γενικότερα)που μπορεί να πάει καλά, μπορεί και όχι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)που είναι θέμα τύχης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You stand a better chance of losing weight if you have an eating plan rather than a hit-or-miss approach.
hors d'oeuvre,
plural: same or hors d'oeuvres
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
French (food: appetizer)ορεκτικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ορντέβρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 If you fill up on hors d'oeuvres, you will have no room left for dinner
in some way or other advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (somehow)με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'd like to help him in some way or other because he deserves to succeed.
know a thing or two v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be experienced in [sth](καθομιλουμένη)ξέρω καναδυό πραγματάκια, ξέρω ένα δυο πράγματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ενίοτε ελαφρώς αρνητικό)κάτι ξέρω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After 20 years on the job, he knows a thing or two about construction.
learn a thing or two v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (become knowledgeable)μαθαίνω ένα-δυο πραγματάκια, μαθαίνω καναδυό πραγματάκια, μαθαίνω πέντε πράγματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Stick around and watch; you may learn a thing or two.
little or no adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (hardly any)ελάχιστα ή καθόλου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I haven't done any revising so there's little or no chance of me passing the exam.
magnetize,
magnetize [sth] or [sb],
UK: magnetise,
magnetise [sth] or [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
literal (make magnetic)μαγνητίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
magnetize,
magnetize [sth] or [sb],
UK: magnetise,
magnetise [sth] or [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
figurative (attract, fascinate)μαγνητίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
make heads or tails of [sth] (US),
make head or tail of [sth],
make head nor tail of [sth] (UK)
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(understand [sth])καταλαβαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συνήθως με άρνηση)βγάζω άκρη με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Usually in the negative.
make or break [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (cause success, failure)καθορίζω τη επιτυχία ή την αποτυχία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (για συμφωνία)κλείνω ή χαλάω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That critic's reviews can make or break a new restaurant.
make-or-break adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (success or failure)αποφασιστικής σημασίας, καθοριστικής σημασίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καίριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κρίσιμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It is make-or-break time for the store after two years of declining sales.
 Είναι καθοριστικής σημασίας περίοδος για το κατάστημα, μετά από δύο χρόνια μειώσεων του αριθμού των πωλήσεων.
a matter of life and death,
a matter of life or death,
a life-or-death matter
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(issue of vital importance)ζήτημα ζωής και θανάτου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Getting out of a burning house fast is a matter of life and death.
memorialize,
memorialize [sth] or [sb],
UK: memorialise [sth] or [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(commemorate)τιμώ, γιορτάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
misidentify [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (recognise wrongly)δεν αναγνωρίζω σωστά β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
mollify [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (assuage: [sb])κατευνάζω, καταπραϋνω, καθησυχάζω, ηρεμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη, ανεπίσημο)καλμάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
mollify [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (soften: [sth])μαλακώνω, απαλαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  απαλύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
more or less advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to a greater or lesser extent)λίγο πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have more or less decided to delay going to college for a year.
 Έχω λίγο πολύ αποφασίσει να αναβάλω τις σπουδές για έναν χρόνο.
mother [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (protect, nurture)φροντίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They mother their families, making sure that there is proper food and clothing.
 Φροντίζουν τις οικογένειές τους, διασφαλίζοντας ότι θα υπάρχει κατάλληλο φαγητό και ρούχα.
no ifs,
ands,
or buts
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
informal (no excuses are permitted) (καθομιλουμένη)χωρίς μα, μου, σου, ξου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  χωρίς μα και μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I need you to finish that report today, no ifs, ands, or buts.
not for love or money advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (impossible to obtain by any means)για τίποτα στον κόσμο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You can't get a table in that restaurant for love or money.
now or never exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (final chance)τώρα ή ποτέ, ή τώρα ή ποτέ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You have to decide, it's now or never if you want to go to the concert.
odd and even,
odd or even,
odds or evens
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(betting game)μονά-ζυγά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
once or twice exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (a couple of times, a few times)μια-δυο φορές έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καναδυό φορές έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
one hundred or so adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (about a hundred) (ανεπίσημο)καμιά εκατοσταριά, καμιά κατοσταριά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γύρω στους εκατό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It's a middle-sized plane, with one hundred or so seats.
one or the other exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (either one of a pair)ο ένας ή ο άλλος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
one way or another advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (somehow, by some means)είτε με τον έναν, είτε με τον άλλο τρόπο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  με κάποιον τρόπο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάπως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
one way or the other advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (by either means)είτε έτσι είτε αλλιώς έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
or else advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (otherwise, if not)ή αλλιώς, ή εναλλακτικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Choose ham and eggs, or else ham and cheese.
 Επίλεξε ζαμπόν και αυγά ή αλλιώς ζαμπόν και τυρί.
or else interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (expressing a threat)το καλό που σου θέλω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μόνο προφορικά)αλλιώς θα δεις εσύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μόνο προφορικά)γιατί... α έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You will do as I say, or else!
 Το καλό που σου θέλω, θα κάνεις αυτό που λέω!
or more advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (perhaps a larger quantity)ή παραπάνω, ή περισσότερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ή πιο πολύ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (εμφατικός τύπος)ή και παραπάνω, ή και περισσότερο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ή και πιο πολύ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It will take two hours or more just to drive through Chicago.
or not exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (giving negative alternative)ή όχι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ή και όχι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I may be right, or not; we shall see.
or rather advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to be more accurate)ή πιο συγκεκριμένα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
or so advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (approximately)περίπου, χονδρικά, κατά προσέγγιση επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The container could hold a litre or so of water.
 Το δοχείο χωρούσε περίπου (or: κατά προσέγγιση) ένα λίτρο νερό.
outgo [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (go faster than)ξεπερνώ, περνώ, προσπερνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
overfeed [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (give too much food to)υπερσιτίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)παραταΐζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)μπουκώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
overprotect [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (try excessively to keep from harm)υπερπροστατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
overstimulate [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make overly excited)υπερδιεγείρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)τρελαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
overstretch,
overstretch [sth] or [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(subject to strain, work too hard)παρακουράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
overstretch,
overstretch [sth] or [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(make stretch too far, strain)υπερεκτείνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παρατεντώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
overvalue,
overvalue [sth] or [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
figurative (place too much importance on)υπερεκτιμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
overvalue,
overvalue [sth] or [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
literal (set too high a price for)υπερκοστολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
oxygenate,
oxygenate [sth] or [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(supply oxygen to)οξυγωνώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
oxygenate,
oxygenate [sth] or [sb]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(patient: give oxygen to)δίνω οξυγόνο σε κπ/κτ β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
palpate [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (diagnose using touch)ψηλαφώ, ψηλαφίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ιατρική)ψηλαφώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
person unknown,
person or persons unknown
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
often plural (law: unstated party)άγνωστος επίθ ως ουσ αρσ
 The jury returned a verdict of manslaughter by person or persons unknown.
plash [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (splash with water)πιτσιλάω, πιτσιλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταβρέχω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εκτοξεύω νερό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
prettify [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (adorn, make pretty)ομορφαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καλλωπίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (όχι για άνθρωπο)εξωραΐζω, ωραιοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
rain or shine advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (whatever the weather)βρέξει χιονίσει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The marathon run will take place rain or shine, although it will be postponed if there's lightning.
ready or not advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (whether prepared or not)είμαι δεν είμαι έτοιμος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ό,τι έγινε έγινε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Ready or not, I have to take my final exam today.
reanimate [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bring back to life)ανασταίνω, νεκρανασταίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επαναφέρω στη ζωή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
reengage [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (engage anew)ξαναεμπλέκομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ)ξαναμπλέκομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ξαναανακατεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εργασία)ξαναπροσλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
rejudge [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (judge again)ξανακρίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κατακρίνω εκ νέου ρ εκφρ
release [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (let go of, stop grasping)αφήνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The father released his hold on his daughter when she saw grandma.
 Ο πατέρας άφησε το χέρι της κόρης του όταν είδε τη γιαγιά.
rephotograph [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (photograph again)ξαναφωτογραφίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
reprehend [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (criticize, condemn)επιτιμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιπλήττω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
restudy [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (examine again) (ξαναελέγχω δεδομένα)ξαναεξετάζω, ξανακοιτώ, ξαναερευνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
revivify [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (reinvigorate)αναζωογονώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  τονώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ, καθομ)ξαναζωντανεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
rewash [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (wash again)ξαναπλένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
ruin [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bankrupt) (οικονομικά)καταστρέφομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  καταστρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (αδυναμία πληρωμής)χρεοκοπώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (ανεπίσημο)φαλιρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The business was ruined by the bad economy.
 Οι επιχειρήσεις έχουν καταστραφεί λόγω της άσχημης οικονομικής κατάστασης.
 Η άσχημη οικονομική κατάσταση έχει καταστρέψει τις επιχειρήσεις.
 Οι επιχειρήσεις έχουν χρεοκοπήσει λόγω της άσχημης οικονομικής κατάστασης.
rusticate [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make countrified)προσδίδω χωριάτικη ιδίοτητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
satiate [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (satisfy: an appetite)χορταίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κοραίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επιθυμία, όρεξη)ικανοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
saw [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cut with a saw)κόβω με πριόνι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (χειροκίνητο πριόνι)πριονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (γενικά)κόβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The magician sawed his assistant in half.
 Ο μάγος έκοψε τη βοηθό του στη μέση με πριόνι.
serve [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (supply)εξυπηρετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Our company serves the Tri-State Area.
serve [sth] or [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (work for) (για κάποιον/κάτι)εργάζομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προσφέρω τις υπηρεσίες μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She served the company well for twenty-five years.
shake [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause to doubt)κλονίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον)δημιουργώ αμφιβολία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Scientific proof might shake his faith.
sideline [sb] or [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (push to one side)παραγκωνίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)βάζω στην άκρη, κάνω στην άκρη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Local news coverage was sidelined by the volcano eruption.
 Έβαλαν στην άκρη την παρουσίαση των τοπικών νέων λόγω της ηφαιστειακής έκρηξης.
sink or swim v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (fail or succeed)όλα ή τίποτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 It's sink or swim with this final exam.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'or' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση or στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'or'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης