opposite

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɒpəzɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈɑpəzɪt, -sɪt/ ,USA pronunciation: respelling(opə zit, -sit)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opposite adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (facing, face to face)αντίθετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  απέναντι επίρ ως επίθ
  (συνήθως για ανθρώπους)αντικριστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The goals were at opposite ends of the field.
 Τα τέρματα ήταν στα αντίθετα (or: απέναντι) άκρα του γηπέδου.
opposite adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (contrary)αντίθετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Every action has an equal and opposite reaction.
 Κάθε δράση έχει μια ίση και αντίθετη αντίδραση.
opposite preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (facing)απέναντι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (αργκό, ανεπίσημο)φάτσα κάρτα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 He started to get nervous when she sat opposite him on the train.
 Άρχισε να αισθάνεται άβολα όταν εκείνη έκατσε απέναντί του στο τρένο.
 Άρχισε να αισθάνεται άβολα όταν εκείνη έκατσε φάτσα κάρτα μπροστά του στο τρένο.
opposite advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on the other side)στην άλλη πλευρά, στην αντίθετη πλευρά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  απέναντι επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She saw a shadowy figure in the window of the building opposite.
 Είδε μια αχνή φιγούρα στο παράθυρο του κτιρίου απέναντι.
the opposite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (contrary thing or action)αντίθετο επίθ ως ουσ ουδ
 Whatever he wants to do, she does the opposite.
 Οτιδήποτε και να θέλει να κάνει εκείνος, αυτή κάνει το αντίθετο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
diametrically opposed,
diametrically opposite
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (opposite to one another)διαμετρικά αντίθετος επίρ + επίθ
 Fascists and communists are diametrically opposed to one another.
 Οι φασίστες και οι κομμουνιστές είναι διαμετρικά αντίθετοι μεταξύ τους.
diametrically opposite advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at opposite corners) (κυριολεκτικά)διαμετρικά αντίθετος επίρ + επίθ
diametrically opposite adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (at opposite corners) (κυριολεκτικά)διαμετρικά αντίθετος επίρ + επίθ
 The entrance and the exit are at diametrically opposite corners of the building.
 Η είσοδος και η έξοδος βρίσκονται σε διαμετρικά αντίθετες γωνίες του κτηρίου.
diametrically opposite adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (views: opposing) (μεταφορικά)διαμετρικά αντίθετος επίρ + επίθ
 My brother and I have diametrically opposite political views.
 Ο αδερφός μου και εγώ έχουμε διαμετρικά αντίθετες πολιτικές πεποιθήσεις.
just opposite advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (immediately across)ακριβώς απέναντι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Carry straight on until you get to the cathedral - the post office is just opposite.
just the opposite advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (on the contrary)ακριβώς το αντίθετο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You did just the opposite of what I advised.
just the opposite adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (completely unalike)εντελώς αντίθετος επίρ + επίθ
  το εντελώς αντίθετο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 She is just the opposite of her sister.
opposite direction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (other way, contrary direction)αντίθετη κατεύθυνση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You're going the wrong way. Your house is in the opposite direction.
opposite end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (furthest part: of a room, etc.)αντίθετο άκρο επίθ + ουσ ουδ
  απέναντι άκρο επίθ + ουσ ουδ
  άλλο άκρο επίθ + ουσ ουδ
  αντίθετη άκρη επίθ + ουσ θηλ
opposite end nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (other extreme) (μεταφορικά)αντίθετο άκρο, άλλο άκρο επίθ + ουσ ουδ
 Libertarianism and Communism are at opposite ends of the political spectrum.
the opposite of exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (concept: contrary to, opposed to)αντίθετος με επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Concerning politics, Joe's opinions were always the opposite of Mary's. Up is the opposite of down.
 Όσον αφορά τα πολιτικά, οι απόψεις του Τζο ήταν πάντα αντίθετες με αυτές της Μαίρης.
opposite poles nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." literal (two ends of a magnet) (κυριολεκτικά)αντίθετοι πόλοι ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Magnets with like poles repel, while opposite poles attract.
opposite poles nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (dissimilar people) (μεταφορικά)διαμετρικά αντίθετοι άνθρωποι ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Those two people are on opposite poles from each other.
opposite poles nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (opposing points of view) (μεταφορικά)αντίθετα άκρα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
opposite sex nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (man if woman, woman if man)το αντίθετο φύλο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 John does not understand how to speak to the opposite sex.
the opposite side nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (the other of two sides)η άλλη πλευρά φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  η αντίθετη πλευρά φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
the opposite side nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports: opposing team)η αντίπαλη ομάδα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
opposite to preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (word, concept: antonym of)αντίθετα με επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Up is opposite to down.
opposite to preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (antithesis of)αντίθετα με επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
polar opposite nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative ([sth] directly opposed)κτ αντιδιαμετρικά αντίθετο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το ακριβώς αντίθετο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'opposite' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [player's, president's, contestant's] opposite, the opposite sex, is your [complete, total] opposite, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση opposite στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'opposite'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης