opposed

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈpəʊzd/

From the verb oppose: (⇒ conjugate)
opposed is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: opposed, oppose

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opposed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (against [sth](με κτ)αντίθετος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (με γενική)κατά πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  (με γενική)εναντίον επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I understand your reasons for wanting to build a new housing estate on the meadow, but I want it to be understood that I am very much opposed.
be opposed to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (disagree with, disapprove of)αντιτίθεμαι σε κτ, εναντιώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  διαφωνώ με κτ ρ αμ + πρόθ
  είμαι αντίθετος με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με γενική)είμαι κατά, είμαι εναντίον ρ αμ + επίρ
 I am not opposed to change, but these proposals don't seem sensible.
 Δεν αντιτίθεμαι (or: εναντιώνομαι) στην αλλαγή, αλλά αυτές οι προτάσεις δε φαίνονται λογικές.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
oppose [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." ([sb]: resist, go against) (επίσημο)αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω κόντρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He opposed his parents' idea of an arranged marriage.
 Αντιτέθηκε (or: αντιτάχθηκε) στην ιδέα των γονιών της για συνοικέσιο.
 Πήγε κόντρα στην ιδέα των γονιών της για συνοικέσιο.
oppose [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (idea: disagree with) (επίσημο)αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω κόντρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Everyone opposed Neil's idea to go camping.
 Όλοι αντιτέθηκαν (or: αντιτάχθηκαν) στην ιδέα του Νιλ να πάνε για κάμπινγκ.
 Όλοι πήγαν κόντρα στην ιδέα του Νιλ να πάνε για κάμπινγκ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
opposed | oppose
ΑγγλικάΕλληνικά
as opposed to conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (in contrast to)αντί για έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I prefer old houses as opposed to new ones.
 Προτιμώ τα παλιά σπίτια αντί για τα καινούρια.
diametrically opposed,
diametrically opposite
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (opposite to one another)διαμετρικά αντίθετος επίρ + επίθ
 Fascists and communists are diametrically opposed to one another.
 Οι φασίστες και οι κομμουνιστές είναι διαμετρικά αντίθετοι μεταξύ τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'opposed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση opposed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'opposed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης