oppose

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈpəʊz/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈpoʊz/ ,USA pronunciation: respelling(ə pōz)

Inflections of 'oppose' (v): (⇒ conjugate)
opposes
v 3rd person singular
opposing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
opposed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
opposed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
oppose [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." ([sb]: resist, go against) (επίσημο)αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω κόντρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He opposed his parents' idea of an arranged marriage.
 Αντιτέθηκε (or: αντιτάχθηκε) στην ιδέα των γονιών της για συνοικέσιο.
 Πήγε κόντρα στην ιδέα των γονιών της για συνοικέσιο.
oppose [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (idea: disagree with) (επίσημο)αντιτίθεμαι, αντιτάσσομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)πάω κόντρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Everyone opposed Neil's idea to go camping.
 Όλοι αντιτέθηκαν (or: αντιτάχθηκαν) στην ιδέα του Νιλ να πάνε για κάμπινγκ.
 Όλοι πήγαν κόντρα στην ιδέα του Νιλ να πάνε για κάμπινγκ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'oppose' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: opposed the [idea, plan, scheme] (from the start), have always opposed the war, oppose [changes, reforms, cuts], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση oppose στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'oppose'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης