opportunity

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɒpərˈtjuːnɪti/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌɑpɚˈtunɪti, -ˈtju-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(op′ər to̅o̅ni tē, -tyo̅o̅-)


Inflections of 'opportunity' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": opportunities

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (possibility of action)ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There might be an opportunity to ski while we are there.
 Μπορεί να βρεθεί ευκαιρία να κάνουμε σκι όσο θα είμαστε εκεί.
opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (a lucky occasion)ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We have an opportunity to buy the house at an excellent price.
 Έχουμε την ευκαιρία να αγοράσουμε το σπίτι σε εξαιρετική τιμή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (luck, good fortune)τύχη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 When opportunity knocks, you need to take advantage of it.
 Όταν η τύχη σου χτυπάει την πόρτα, πρέπει να το εκμεταλλευτείς.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Όταν παρουσιάζεται μια ευκαιρία, δεν πρέπει να την αφήνεις να πέσει χάμω.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at the earliest opportunity exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (as soon as possible)με την πρώτη ευκαιρία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  το συντομότερο δυνατό, το ταχύτερο δυνατό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 Please respond to this letter at the earliest opportunity.
at the first opportunity advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as soon as possible)με την πρώτη ευκαιρία φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 When I had the chance I did it at the first opportunity.
chance of a lifetime,
opportunity of a lifetime
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(rare opportunity)μοναδική ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)η ευκαιρία της ζωής μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The job offer with the television station was the chance of a lifetime.
equal opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (policies that bar discrimination)ίσες ευκαιρίες επίθ + ουσ θηλ
golden opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (perfect chance)καταπληκτική ευκαιρία, εκπληκτική ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)φοβερή ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
  φανταστική ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
 You can't say no to his offer: it's a golden opportunity.
good opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (appropriate or convenient time)κατάλληλη ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Going to Mary's party will be a good opportunity to make new friends.
good opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (good job, investment)κατάλληλη ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This job is a good opportunity, so there will be a lot of applicants.
have an opportunity viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (have a chance to do [sth])μου δίνεται ευκαιρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I've had the opportunity to travel the world.
have no opportunity v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not have the chance: to do [sth])δεν μου δίνεται ευκαιρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I had no opportunity to apologize earlier, but I'd like to say sorry for my rudeness at your party.
job opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (employment vacancy)εργασιακή ευκαιρία επίθ + ουσ θηλ
leap at the chance,
leap at the opportunity
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (seize the opportunity)αρπάζω την ευκαιρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When he asked me if I'd like to go on holiday to Hawaii with him, I leapt at the chance.
leap at the chance to do [sth],
leap at the opportunity to do [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (seize an opportunity)αρπάζω την ευκαιρία να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She leapt at the chance to perform with her favourite singer.
little opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hardly any chance)μικρή πιθανότητα, ελάχιστη πιθανότητα επίθ + ουσ θηλ
 In some places, there's little opportunity for work so unemployment is high.
lose the opportunity v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (miss the chance: to do [sth])χάνω την ευκαιρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 If you are ever in London, you should not lose the opportunity to visit Buckingham Palace. Join the queue or you will lose the opportunity to get her autograph.
 Αν βρεθείς στο Λονδίνο δεν πρέπει να χάσεις την ευκαιρία να επισκεφτείς το Παλάτι του Μπάγκιγχαμ. Μπες στην ουρά γιατί θα χάσεις την ευκαιρία να πάρεις αυτόγραφό της.
miss an opportunity v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (not take or get the chance)χάνω την ευκαιρία ρ εκφρ
 I never miss an opportunity to travel abroad.
opportunity cost nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cost of giving up alternative)κόστος ευκαιρίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Business decisions often involve calculating the opportunity cost.
opportunity loss nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (missed alternative)απώλεια ευκαιρίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  χάσιμο ευκαιρίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  χαμένη ευκαιρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
photo op,
photo opp
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, abbreviation (photo opportunity)φωτογράφιση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
photo opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (to photograph [sth] or [sb])πρόσκληση για φωτογράφιση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  ευκαιρία για φωτογράφιση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
take the opportunity v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (use the chance to do [sth])παίρνω την ευκαιρία, εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο αποφασιστικά)αρπάζω την ευκαιρία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο, λόγιο)δράττομαι της ευκαιρίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you take the opportunity to thank the audience, they'll generally like you better.
take the opportunity to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (use your chance to do [sth])παίρνω την ευκαιρία, εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (πιο αποφασιστικά)αρπάζω την ευκαιρία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο, λόγιο)δράττομαι της ευκαιρίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 What a lovely day; I'm going to take the opportunity to sit out in the garden while it's sunny.
window of opportunity nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (limited chance to do [sth])ευκαιρία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (κατά λέξη)περιθώριο αξιοποίησης ευκαιρίας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'opportunity' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [limited, increased, reasonable, career] opportunities, the Equal Opportunities Act, is a golden opportunity (to), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση opportunity στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'opportunity'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης