opportunism

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɒpərˈtjuːnɪzəm/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌɑpɚˈtunɪzəm, -ˈtju-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(op′ər to̅o̅niz əm, -tyo̅o̅-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opportunism nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (exploitation, expediency)καιροσκοπία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  οπορτουνισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'opportunism' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση opportunism στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'opportunism'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης