opponent

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈpəʊnənt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/əˈpoʊnənt/ ,USA pronunciation: respelling(ə pōnənt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
opponent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport, competition: opposing player) (αθλητικά)αντίπαλος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 She defeated her opponent in straight sets at the tennis match.
 Νίκησε την αντίπαλό της σε διαδοχικά σετ στο ματς τένις.
opponent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (policy, etc.: disagrees) (επίσημο)αντιτιθέμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
opponent nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (election: adversary)αντίπαλος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 The president's opponents claim that the election was rigged.
 Οι αντίπαλοι του προέδρου ισχυρίζονται ότι οι εκλογές ήταν νοθευμένες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'opponent' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an opponent of [abortion, slavery, reforms, change], a [worthy, tough, fierce, formidable] opponent, [faced, took on, sidestepped, dodged] her opponent, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση opponent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'opponent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης